Δεν υπάρχει καμμία ένδειξη ότι τα προβλήματα των ΗΠΑ στο Ιράκ έχουν κάμψει την αποφασιστικότητα του Λευκού Οίκου (και του Ισραήλ) για αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, παρά την πλήρη αντίθεση των Ευρωπαίων. Η στρατηγική της έντασης έναντι του Ιράν και της Συρίας κλιμακώνεται, ενώ η Σαουδική Αραβία σχεδόν πανικόβλητη μετά την κατοχή του Ιράκ, τις επικρίσεις που δέχθηκε για συνεργασία με τους τρομοκράτες και την βομβιστική επίθεση στο Ριάντ έχει δηλώσει συμμόρφωση προς την Ουάσιγκτον και άρχισε δειλά-δειλά τις μεταρρυθμίσεις.
Για όσους αναλύουν την κατάσταση στη Μέση Ανατολή με βάση το διεθνές δίκαιο, έχουν απλές απαντήσεις. Οι ενέργειες των ΗΠΑ δεν συνοδεύονται από νομιμότητα. Αυτό είναι και σωστό και γνωστό. Η Ουάσιγκτον από την πλευρά της δίνει τις δικές της εξηγήσεις, ελάχιστα πειστικές.
Ο εχθρός είναι τρομοκράτης, είτε πρόκειται για οργάνωση, είτε πρόκειται για κράτος που είναι ενταγμένο στον άξονα του κακού. Κατά συνέπειαν, ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι προϊόν νομικής επεξεργασίας, αλλά ενέργειας που αποσκοπεί στην ασφάλεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ και αυτή μπορεί να επιτευχθεί με αναδιάταξη μιας ολόκληρης περιοχής, δηλαδή με βίαιη ανατροπή. Η εικόνα είναι γκρίζα, θλιβερή και επικίνδυνη. Η διεθνής κοινότητα, ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ και Ρωσία επανασυντάσσουν τους φακέλλους τους μετά τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προετοιμάζοντας την τακτική του για τις περιπτώσεις του Ιράν και της Συρίας, έχοντας υπ όψιν ότι η υπό τον Μπους αμερικανική διοίκηση, παρά τους ελιγμούς και τις τακτικές κινήσεις που σίγουρα θα κάνει, στην ουσία δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει από τον στρατηγικό της σχεδιασμό. Στο παρασκήνιο οι Αμερικανοί έχουν κάνει ήδη προσπάθειες να εμπλέξουν το ΝΑΤΟ στην επιχείρηση -αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, αλλά οι σταθερές αντιδράσεις των Ευρωπαίων τους οδήγησαν σε αναδίπλωση. Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο θα εκδηλωθεί εν συνεχεία η αμερικανική επιθετικότητα έχει σχέση όχι μόνο με την στάση των Ευρωπαίων και της Ρωσίας, αλλά κυρίως με τις εσωτερικές ισορροπίες στις ΗΠΑ, καθώς η χώρα εισέρχεται σε μακρά προεκλογική περίοδο.
Η επίθεση του Ισραήλ πριν από περίπου ενάμιση μήνα σε - εγκαταλελειμμένο -στρατόπεδο Παλαιστινίων, έξω από την Δαμασκό, ήταν ένα σαφές μήνυμα ότι η Συρία αποτελεί τον επόμενο ή τον μεθεπόμενο στόχο. Στο στόχαστρο των ΗΠΑ βρίσκεται προ πολλού και το Ιράν με την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησαν κατά του Ιράκ.
Για όσους αναλύουν την κατάσταση στη Μέση Ανατολή με βάση το διεθνές δίκαιο, έχουν απλές απαντήσεις. Οι ενέργειες των ΗΠΑ δεν συνοδεύονται από νομιμότητα. Αυτό είναι και σωστό και γνωστό. Η Ουάσιγκτον από την πλευρά της δίνει τις δικές της εξηγήσεις, ελάχιστα πειστικές.
Ο εχθρός είναι τρομοκράτης, είτε πρόκειται για οργάνωση, είτε πρόκειται για κράτος που είναι ενταγμένο στον άξονα του κακού. Κατά συνέπειαν, ο πόλεμος δεν μπορεί να είναι προϊόν νομικής επεξεργασίας, αλλά ενέργειας που αποσκοπεί στην ασφάλεια των ΗΠΑ και του Ισραήλ και αυτή μπορεί να επιτευχθεί με αναδιάταξη μιας ολόκληρης περιοχής, δηλαδή με βίαιη ανατροπή. Η εικόνα είναι γκρίζα, θλιβερή και επικίνδυνη. Η διεθνής κοινότητα, ΟΗΕ, ΕΕ, ΝΑΤΟ και Ρωσία επανασυντάσσουν τους φακέλλους τους μετά τον πόλεμο στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, προετοιμάζοντας την τακτική του για τις περιπτώσεις του Ιράν και της Συρίας, έχοντας υπ όψιν ότι η υπό τον Μπους αμερικανική διοίκηση, παρά τους ελιγμούς και τις τακτικές κινήσεις που σίγουρα θα κάνει, στην ουσία δεν πρόκειται να υπαναχωρήσει από τον στρατηγικό της σχεδιασμό. Στο παρασκήνιο οι Αμερικανοί έχουν κάνει ήδη προσπάθειες να εμπλέξουν το ΝΑΤΟ στην επιχείρηση -αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής, αλλά οι σταθερές αντιδράσεις των Ευρωπαίων τους οδήγησαν σε αναδίπλωση. Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος με τον οποίο θα εκδηλωθεί εν συνεχεία η αμερικανική επιθετικότητα έχει σχέση όχι μόνο με την στάση των Ευρωπαίων και της Ρωσίας, αλλά κυρίως με τις εσωτερικές ισορροπίες στις ΗΠΑ, καθώς η χώρα εισέρχεται σε μακρά προεκλογική περίοδο.
Η επίθεση του Ισραήλ πριν από περίπου ενάμιση μήνα σε - εγκαταλελειμμένο -στρατόπεδο Παλαιστινίων, έξω από την Δαμασκό, ήταν ένα σαφές μήνυμα ότι η Συρία αποτελεί τον επόμενο ή τον μεθεπόμενο στόχο. Στο στόχαστρο των ΗΠΑ βρίσκεται προ πολλού και το Ιράν με την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησαν κατά του Ιράκ.

Ότι δηλαδή έχει ένα ανεπτυγμένο πρόγραμμα που μπορεί να οδηγήσει, εάν δεν έχει ήδη γίνει, για την παραγωγή πυρηνικών όπλων. Και στην περίπτωση του Ιράν το Ισραήλ χρησιμοποιεί μια καλοσχεδιασμένη προπαγάνδα μέσω εκθέσεων για να ενοχοποιήσει την Τεχεράνη.
Όταν περί τα μέσα Οκτωβρίου οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας μετέβησαν στην Τεχεράνη και την πίεσαν να δεχθεί διεθνή έλεγχο για το πυρηνικό της πρόγραμμα, στο παρασκήνιο οι ΗΠΑ εξέφρασαν έντονη δυσφορία.
Το θετικό αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης χάλασε την εικόνα που φιλοτεχνούσε η Ουάσιγκτον για το Ιράν, ωστόσο και αυτό το γεγονός δεν την εμπόδισε να συνεχίσει με μεγαλύτερη επιθετικότητα.
Είναι βέβαιο ότι σε αρχική φάση οι Αμερικανοί θα κινηθούν μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ προκειμένου να πετύχουν ισχυρά ψηφίσματα που θα επιτρέψουν στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας να κάνει ελέγχους. Όμως, τους ελέγχους έχουν ήδη δεχθεί οι Ιρανοί. Στόχος των Αμερικανών είναι να περάσουν στο ψήφισμα, ότι σε περίπτωση που η Τεχεράνη δεν είναι συνεργάσιμη, όσο θα θέλουν οι ίδιοι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις.
Στην συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών ΗΠΑ-ΕΕ στις 12 Νοεμβρίου διαπιστώθηκε σοβαρή διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών στο θέμα του Ιράν.
Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί στις ΗΠΑ είναι ότι ο αμερικανικός Τύπος παρουσίασε την εν λόγω συζήτηση ως να ήταν το μοναδικό θέμα των συνομιλιών ΗΠΑ-ΕΕ και βεβαίως υπό το πρίσμα της αμερικανικής πολιτικής.
Κοινή διαπίστωση είναι ότι η περίπτωση του Ιράν διαφέρει κατά πολύ αυτής του Ιράκ. Στην Τεχεράνη δεν υπάρχει ένας Σαντάμ Χουσεΐν για να προσωποποιηθεί η αμερικανική στρατηγική, αλλά ένας εκλεγμένος πρόεδρος που παρά τα προβλήματα έχει αρχίσει να υλοποιεί το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.
Η δομή της χώρας, η κουλτούρα της, η δύναμή της, αλλά και οι καλές σχέσεις που διατηρεί με την Ευρώπη και τη Ρωσία είναι θέματα που την διαφοροποιούν κατά πολύ από την περίπτωση του Ιράκ.
Η περίπτωση της Συρίας είναι λιγότερο περίπλοκη, αλλά εξ ίσου σοβαρή. Οι ΗΠΑ επικεντρώνουν τις επικρίσεις τους κυρίως σε ένα θέμα, στην υπόθαλψη εκ μέρους της Δαμασκού της τρομοκρατίας. Διαφορές υπάρχουν και άλλες στην αντιμετώπιση της Συρίας από το Ιράν. Η Δαμασκός δεν είναι ισχυρή χώρα, έχει αδύναμη οικονομία και προβληματικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Κυρώσεις
Όλα αυτά δεν εμπόδισαν την Γερουσία να εγκρίνει στις 13 Νοεμβρίου το νομοσχέδιο Syria Accountability Act, για την προώθηση του οποίου εργάσθηκε πολύ σκληρά η ισχυρή οργάνωση Amerikan-Israel Puplic Affairs. Με την ψήφιση του νομοσχεδίου εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος Μπους να επιλέξει δύο μεταξύ των έξι συνολικά προτεινόμενων κυρώσεων. Ανάλογες κυρώσεις είχε εγκρίνει στις 15 Οκτωβρίου και η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ειδικότερα, οι κυρώσεις που προτείνονται είναι:
1. Μείωση των διπλωματικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών
2. Απαγόρευση επενδύσεων και εξαγωγών, πλην τροφίμων και φαρμάκων.
3. Δέσμευση καταθέσεων συριακής κυβέρνησης στις ΗΠΑ
4. Απαγόρευση χρήσης εναερίου χώρου των ΗΠΑ από συριακά αεροσκάφη
5. Απαγόρευση κυκλοφορίας Σύρων διπλωματών σε απόσταση 25 μιλίων εκτός της Ουάσιγκτον και της Ν. Υόρκης
6. Απαγόρευση εξαγωγής στρατιωτικού υλικού και προϊόντων διττής χρήσης.
Στόχος των κυρώσεων είναι να πιεστεί η Συρία να τερματίσει την κατοχή του Λιβάνου, να διακόψει την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων και να εγκαταλείψει το πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής
Ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Ουίλλιαμ Μπερνς σε δήλωσή του τόνισε ότι η Συρία βρίσκεται ενώπιον επιλογής. Εάν δηλαδή θα συνεχίσει να υποθάλπει την τρομοκρατία και να θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια και ειρήνη ή θα υιοθετήσει πολιτική σύμφωνη με την διεθνή περιφερειακή πραγματικότητα και θα βοηθήσει σε αποκατάσταση του Συρο-ισραηλινού διαλόγου και συμβάλλει στην σταθεροποίηση του Ιράκ.
Είναι αμφίβολο αν εννοούν τα όσα λένε περί διαλόγου με το Ισραήλ γιατί το Τελ Αβίβ είναι αυτό που θέτει συνεχώς όρους ή θέλει ο διάλογος να γίνει με τους δικούς του όρους.
Ας μην διαφεύγει ότι και στην περίπτωση του μυστικού διαλόγου Ιράν-ΗΠΑ η Ουάσιγκτον ήταν αυτή που διέκοψε τις συνομιλίες που είχαν στόχο την προσέγγιση χωρίς να δώσουν καμμία εξήγηση τους Ιρανούς ή στους Ευρωπαίους συμμάχους τους. Προφανώς ο διάλογος δεν εξυπηρετεί το σχέδιο για αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Η Σαουδική Αραβία
Οι ίδιοι οι Σαουδάραβες ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους για τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ περιγράφουν ως εξής την εικόνα που έχει διαμορφωθεί:
Η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ αποτελούν μια ομάδα για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας και ανταλλάσσουν συνεχώς πληροφορίες για την επίτευξη του στόχου αυτού.
Το Ριάντ θεωρεί ότι τα τρομοκρατικά κτυπήματα στη Σ. Αραβία αποσκοπούν στο να πλήξουν τις εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις και να την αποσταθεροποιήσουν βυθίζοντας στο χάος τη χώρα. Προς αντιμετώπιση της τρομοκρατίας η Σ. Αραβία θα επιδείξει σιδερένια πυγμή.
Η δυναμική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας περιλαμβάνει συλλήψεις, αυστηρό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου τρομοκρατικές οργανώσεις να μην έχουν πρόσβαση σε φιλανθρωπίες, εξάρθρωση δεκάδων πυρήνων της Αλ Κάιντα, καταστροφή εργαστηρίων όπλων και κατάσχεση εκρηκτικών.
Η Σ. Αραβία έχει αρχίσει σειρά μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, οικοδόμησης της κοινωνίας των πολιτών και διεύρυνση της συμμετοχής στην πολιτική ζωή.
Τα σύνορα με το Ιράκ ελέγχονται από τις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ. Οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά για να αποτραπεί η εισαγωγή στη Σ. Αραβία όπλων και εκρηκτικών από το Ιράκ. Το Ριάντ τάσσεται υπέρ της λύσης του Μεσανατολικού με βάση τον οδικό χάρτη.
Εάν παρατηρήσει κανείς την πολιτική, πρόκειται επί της ουσίας για απόλυτη προσαρμογή στην αντιτρομοκρατική πολιτική των ΗΠΑ και όχι αυτόνομη πολιτική.
Όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, είναι ηπίας μορφής που σε καμμία περίπτωση δεν επηρεάζουν την λειτουργία του πολιτικού συστήματος της Σ. Αραβίας που εξακολουθεί να είναι αντιδημοκρατικό και αυταρχικό. Είναι λοιπόν προφανές ότι εάν οι ΗΠΑ για άλλους λόγους αποφασίσουν να πιέσουν περισσότερο την Σ. Αραβία τότε θα διαφανεί και η αντοχή της χώρας αυτής στην επιχειρούμενη αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Όταν περί τα μέσα Οκτωβρίου οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας μετέβησαν στην Τεχεράνη και την πίεσαν να δεχθεί διεθνή έλεγχο για το πυρηνικό της πρόγραμμα, στο παρασκήνιο οι ΗΠΑ εξέφρασαν έντονη δυσφορία.
Το θετικό αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης χάλασε την εικόνα που φιλοτεχνούσε η Ουάσιγκτον για το Ιράν, ωστόσο και αυτό το γεγονός δεν την εμπόδισε να συνεχίσει με μεγαλύτερη επιθετικότητα.
Είναι βέβαιο ότι σε αρχική φάση οι Αμερικανοί θα κινηθούν μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ προκειμένου να πετύχουν ισχυρά ψηφίσματα που θα επιτρέψουν στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας να κάνει ελέγχους. Όμως, τους ελέγχους έχουν ήδη δεχθεί οι Ιρανοί. Στόχος των Αμερικανών είναι να περάσουν στο ψήφισμα, ότι σε περίπτωση που η Τεχεράνη δεν είναι συνεργάσιμη, όσο θα θέλουν οι ίδιοι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις.
Στην συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών ΗΠΑ-ΕΕ στις 12 Νοεμβρίου διαπιστώθηκε σοβαρή διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών στο θέμα του Ιράν.
Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί στις ΗΠΑ είναι ότι ο αμερικανικός Τύπος παρουσίασε την εν λόγω συζήτηση ως να ήταν το μοναδικό θέμα των συνομιλιών ΗΠΑ-ΕΕ και βεβαίως υπό το πρίσμα της αμερικανικής πολιτικής.
Κοινή διαπίστωση είναι ότι η περίπτωση του Ιράν διαφέρει κατά πολύ αυτής του Ιράκ. Στην Τεχεράνη δεν υπάρχει ένας Σαντάμ Χουσεΐν για να προσωποποιηθεί η αμερικανική στρατηγική, αλλά ένας εκλεγμένος πρόεδρος που παρά τα προβλήματα έχει αρχίσει να υλοποιεί το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα.
Η δομή της χώρας, η κουλτούρα της, η δύναμή της, αλλά και οι καλές σχέσεις που διατηρεί με την Ευρώπη και τη Ρωσία είναι θέματα που την διαφοροποιούν κατά πολύ από την περίπτωση του Ιράκ.
Η περίπτωση της Συρίας είναι λιγότερο περίπλοκη, αλλά εξ ίσου σοβαρή. Οι ΗΠΑ επικεντρώνουν τις επικρίσεις τους κυρίως σε ένα θέμα, στην υπόθαλψη εκ μέρους της Δαμασκού της τρομοκρατίας. Διαφορές υπάρχουν και άλλες στην αντιμετώπιση της Συρίας από το Ιράν. Η Δαμασκός δεν είναι ισχυρή χώρα, έχει αδύναμη οικονομία και προβληματικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Κυρώσεις
Όλα αυτά δεν εμπόδισαν την Γερουσία να εγκρίνει στις 13 Νοεμβρίου το νομοσχέδιο Syria Accountability Act, για την προώθηση του οποίου εργάσθηκε πολύ σκληρά η ισχυρή οργάνωση Amerikan-Israel Puplic Affairs. Με την ψήφιση του νομοσχεδίου εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος Μπους να επιλέξει δύο μεταξύ των έξι συνολικά προτεινόμενων κυρώσεων. Ανάλογες κυρώσεις είχε εγκρίνει στις 15 Οκτωβρίου και η Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ειδικότερα, οι κυρώσεις που προτείνονται είναι:
1. Μείωση των διπλωματικών επαφών μεταξύ των δύο χωρών
2. Απαγόρευση επενδύσεων και εξαγωγών, πλην τροφίμων και φαρμάκων.
3. Δέσμευση καταθέσεων συριακής κυβέρνησης στις ΗΠΑ
4. Απαγόρευση χρήσης εναερίου χώρου των ΗΠΑ από συριακά αεροσκάφη
5. Απαγόρευση κυκλοφορίας Σύρων διπλωματών σε απόσταση 25 μιλίων εκτός της Ουάσιγκτον και της Ν. Υόρκης
6. Απαγόρευση εξαγωγής στρατιωτικού υλικού και προϊόντων διττής χρήσης.
Στόχος των κυρώσεων είναι να πιεστεί η Συρία να τερματίσει την κατοχή του Λιβάνου, να διακόψει την υποστήριξη τρομοκρατικών οργανώσεων και να εγκαταλείψει το πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής
Ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Ουίλλιαμ Μπερνς σε δήλωσή του τόνισε ότι η Συρία βρίσκεται ενώπιον επιλογής. Εάν δηλαδή θα συνεχίσει να υποθάλπει την τρομοκρατία και να θέτει σε κίνδυνο την περιφερειακή ασφάλεια και ειρήνη ή θα υιοθετήσει πολιτική σύμφωνη με την διεθνή περιφερειακή πραγματικότητα και θα βοηθήσει σε αποκατάσταση του Συρο-ισραηλινού διαλόγου και συμβάλλει στην σταθεροποίηση του Ιράκ.
Είναι αμφίβολο αν εννοούν τα όσα λένε περί διαλόγου με το Ισραήλ γιατί το Τελ Αβίβ είναι αυτό που θέτει συνεχώς όρους ή θέλει ο διάλογος να γίνει με τους δικούς του όρους.
Ας μην διαφεύγει ότι και στην περίπτωση του μυστικού διαλόγου Ιράν-ΗΠΑ η Ουάσιγκτον ήταν αυτή που διέκοψε τις συνομιλίες που είχαν στόχο την προσέγγιση χωρίς να δώσουν καμμία εξήγηση τους Ιρανούς ή στους Ευρωπαίους συμμάχους τους. Προφανώς ο διάλογος δεν εξυπηρετεί το σχέδιο για αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.
Η Σαουδική Αραβία
Οι ίδιοι οι Σαουδάραβες ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους για τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ περιγράφουν ως εξής την εικόνα που έχει διαμορφωθεί:
Η Σαουδική Αραβία και οι ΗΠΑ αποτελούν μια ομάδα για την καταπολέμηση της Τρομοκρατίας και ανταλλάσσουν συνεχώς πληροφορίες για την επίτευξη του στόχου αυτού.
Το Ριάντ θεωρεί ότι τα τρομοκρατικά κτυπήματα στη Σ. Αραβία αποσκοπούν στο να πλήξουν τις εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις και να την αποσταθεροποιήσουν βυθίζοντας στο χάος τη χώρα. Προς αντιμετώπιση της τρομοκρατίας η Σ. Αραβία θα επιδείξει σιδερένια πυγμή.
Η δυναμική αντιμετώπιση της τρομοκρατίας περιλαμβάνει συλλήψεις, αυστηρό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, προκειμένου τρομοκρατικές οργανώσεις να μην έχουν πρόσβαση σε φιλανθρωπίες, εξάρθρωση δεκάδων πυρήνων της Αλ Κάιντα, καταστροφή εργαστηρίων όπλων και κατάσχεση εκρηκτικών.
Η Σ. Αραβία έχει αρχίσει σειρά μεταρρυθμίσεων στην κατεύθυνση φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης, οικοδόμησης της κοινωνίας των πολιτών και διεύρυνση της συμμετοχής στην πολιτική ζωή.
Τα σύνορα με το Ιράκ ελέγχονται από τις στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ. Οι δύο χώρες συνεργάζονται στενά για να αποτραπεί η εισαγωγή στη Σ. Αραβία όπλων και εκρηκτικών από το Ιράκ. Το Ριάντ τάσσεται υπέρ της λύσης του Μεσανατολικού με βάση τον οδικό χάρτη.
Εάν παρατηρήσει κανείς την πολιτική, πρόκειται επί της ουσίας για απόλυτη προσαρμογή στην αντιτρομοκρατική πολιτική των ΗΠΑ και όχι αυτόνομη πολιτική.
Όσον αφορά τις μεταρρυθμίσεις, είναι ηπίας μορφής που σε καμμία περίπτωση δεν επηρεάζουν την λειτουργία του πολιτικού συστήματος της Σ. Αραβίας που εξακολουθεί να είναι αντιδημοκρατικό και αυταρχικό. Είναι λοιπόν προφανές ότι εάν οι ΗΠΑ για άλλους λόγους αποφασίσουν να πιέσουν περισσότερο την Σ. Αραβία τότε θα διαφανεί και η αντοχή της χώρας αυτής στην επιχειρούμενη αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.






