H ισραηλινή ακροδεξιά κυβέρνηση αποφάσισε στα μέσα Σεπτεμβρίου την «απέλαση» του ¶μπου ¶μαρ - κατά κόσμον Γιάσερ ¶ραφατ - με πλειοψηφία 8 ψήφων υπέρ και 3 κατά. Οι 3 δεν ήθελαν ο Πρόεδρος της παλαιστινιακής Αρχής απλώς να απελαθεί: Αξίωναν να δολοφονηθεί. Αποτελεί αξιοπρόσεκτη ιστορική ειρωνεία ότι στην συγκεκριμένη συνεδρίαση η πιο «συγκρατημένη» φωνή ήταν αυτή του «ενορχηστρωτού» (συμφώνως με την ισραηλινή Βουλή) των σφαγών των προσφυγικών στρατοπέδων Σάμπρα και Σατίλα στο Λίβανο, του ανθρώπου που είχε αποκαλέσει τον Γιτζάκ Ράμπιν «προδότη», επειδή υπέγραψε την συμφωνία του Όσλο 10 χρόνια πριν, γεγονός που είχε εμμέσως οδηγήσει στην δολοφονία του. Του Αριέλ Σαρόν.
Εάν η διεθνής κοινότητα εννοούσε το 1% από όσα αφηρημένα περί «δικαίου» αναμασάει, θα έπρεπε να έχει γίνει στρατιωτική εισβολή στο Ισραήλ από το Νοέμβριο του 1967, όταν η κυβέρνηση του έγραψε στα πιο παλαιά της υποδήματα, την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπ αριθμόν 242, βάσει της οποίας όφειλε να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατέλαβε στον πόλεμο των 7 ημερών. Τέτοιες χαριτωμένες διαπιστώσεις φυσικά δεν αλλάζουν σε τίποτε τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ είναι ο τοποτηρητής της Pax Americana στην περιοχή. Ο πόλεμος στο Ιράκ οδήγησε την ηγεσία του να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα.
Ο Σαρόν επιχειρεί να δώσει μια τελική λύση (όπως θα το έθεταν οι κ.κ. Γούλφοβιτς και Περλ, συντάκτες, μεταξύ άλλων, σχετικής προτάσεως) στο παλαιστινιακό «πρόβλημα». Είχε προειδοποιήσει γι αυτό ήδη πριν τον πόλεμο που κατέστρεψε την μεγαλύτερη στρατιωτική απειλή για το Ισραήλ στην περιφέρεια: το Ιράκ! Κατόπιν, είχε πει σιβυλλικά, «οι ¶ραβες θα καταλάβουν ότι μόνο εάν συνθηκολογήσουν με εμάς θα υπάρξει ειρήνη». Όσο οι κάμερες είχαν στραφεί στη Βαγδάτη, η κατασκευή του Τείχους Ασφαλείας συνεχιζόταν με ρυθμούς φρενίτιδος. Πρόκειται, σημειώνει το Middle East Report Online, για ένα τερατούργημα μεγαλύτερο του Τείχους του Βερολίνου, που ουσιαστικώς θα εφαρμόζει de facto την συμφωνία του Καμπ Ντέηβιντ, που είχαν απορρίψει οι Παλαιστίνιοι το 2000: Να συσταθεί ένα παλαιστινιακό «κράτος» αποτελούμενο από 3 καντόνια, περικυκλωμένα από περιοχές (και στρατεύματα) του Ισραήλ.

Εάν η διεθνής κοινότητα εννοούσε το 1% από όσα αφηρημένα περί «δικαίου» αναμασάει, θα έπρεπε να έχει γίνει στρατιωτική εισβολή στο Ισραήλ από το Νοέμβριο του 1967, όταν η κυβέρνηση του έγραψε στα πιο παλαιά της υποδήματα, την ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας υπ αριθμόν 242, βάσει της οποίας όφειλε να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατέλαβε στον πόλεμο των 7 ημερών. Τέτοιες χαριτωμένες διαπιστώσεις φυσικά δεν αλλάζουν σε τίποτε τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ είναι ο τοποτηρητής της Pax Americana στην περιοχή. Ο πόλεμος στο Ιράκ οδήγησε την ηγεσία του να εξωθήσει την κατάσταση στα άκρα.
Ο Σαρόν επιχειρεί να δώσει μια τελική λύση (όπως θα το έθεταν οι κ.κ. Γούλφοβιτς και Περλ, συντάκτες, μεταξύ άλλων, σχετικής προτάσεως) στο παλαιστινιακό «πρόβλημα». Είχε προειδοποιήσει γι αυτό ήδη πριν τον πόλεμο που κατέστρεψε την μεγαλύτερη στρατιωτική απειλή για το Ισραήλ στην περιφέρεια: το Ιράκ! Κατόπιν, είχε πει σιβυλλικά, «οι ¶ραβες θα καταλάβουν ότι μόνο εάν συνθηκολογήσουν με εμάς θα υπάρξει ειρήνη». Όσο οι κάμερες είχαν στραφεί στη Βαγδάτη, η κατασκευή του Τείχους Ασφαλείας συνεχιζόταν με ρυθμούς φρενίτιδος. Πρόκειται, σημειώνει το Middle East Report Online, για ένα τερατούργημα μεγαλύτερο του Τείχους του Βερολίνου, που ουσιαστικώς θα εφαρμόζει de facto την συμφωνία του Καμπ Ντέηβιντ, που είχαν απορρίψει οι Παλαιστίνιοι το 2000: Να συσταθεί ένα παλαιστινιακό «κράτος» αποτελούμενο από 3 καντόνια, περικυκλωμένα από περιοχές (και στρατεύματα) του Ισραήλ.

Η νέα εκδοχή διαφέρει σε μια λεπτομέρεια: Τα εδάφη που μένουν στους Παλαιστινίους είναι ακόμη μικρότερα: 45% της Δυτικής Όχθης - στην καλυτέρα των περιπτώσεων.
Η απειλή απελάσεως ή δολοφονίας του Αραφάτ, με αφορμή τις βομβιστικές επιθέσεις των παλαιστινιακών οργανώσεων αντιστάσεως που προκάλεσαν οι «δολοφονίες με στόχο» στελεχών της Χαμάς και η απόπειρα δολοφονίας του τυφλού πνευματικού της ηγέτου, σεΐχη Αχμέντ Γιασίν (τα καταφέρνει σε κάτι τέτοια κόλπα η Μοσάντ), είτε αντανακλά τις πραγματικές προθέσεις του Ισραήλ, είτε αποτελεί «μπλόφα», αποτελεί ενδεχομένως στρατηγική κίνηση στο άγριο «πόκερ», που παίζει ο Σαρόν. Δείχνει στους ¶ραβες έως πού είναι αποφασισμένος να φθάσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός - στον ολοκληρωτικό πόλεμο, και όλοι ξέρουν ότι θα έχει πίσω του την Ουάσινγκτον - ενώ ταυτοχρόνως παγιώνει μια ακόμη πιο σκληρή διαπραγματευτική στάση. Ουσιαστικά, επιδιώκει να επιτύχει δια της απειλής όσα δεν μπόρεσε να επιτύχει δια μέσου του Μαχμούντ Αμπάς, που δεν «διήρκεσε». Η δημοσιοποίηση της κινήσεως προκάλεσε βεβαίως την καταδίκη του αραβικού κόσμου, την (σε βαθμό σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο) συσπείρωση των Παλαιστίνιων γύρω από τον ιστορικό τους ηγέτη και τις εκκλήσεις της ΕΕ, του ΟΗΕ, της Ρωσίας κ.ά. παικτών να «αποφευχθεί» η κλιμάκωση.
Ο πραγματικός στόχος της κυβερνήσεως Σαρόν, όμως, ομοιάζει περισσότερο να μην είναι η στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά η δημιουργία ενός κλίματος πιέσεων στους Παλαιστινίους να φανούν πιο «διαλλακτικοί» (όρα: ενδοτικοί), όποια κι εάν είναι η νέα κυβέρνηση που θα σχηματίσει ο Αχμέντ Κορέι. Ακριβώς αυτό θέλει και η ακριβοδίκαιη Ουάσινγκτον, η οποία όμως φοβάται ότι η βιαία «απομάκρυνση» του Αραφάτ θα τον «ηρωοποιήσει» - αυτό είπε ο πρεσβευτής των ΗΠΑ Ντάνιελ Κέρτζερ στον φιλαράκο του Σαούλ Μοφάζ, τον Ισραηλινό υπουργό Αμύνης, που ήθελε να τον εκτελέσει ASAP, αλλά πείσθηκε να συγκρατηθεί. Προσωρινά.
Θα αποδώσει η «μπλόφα»; Ο Κορέι μπορεί να μην είναι yesman του Αραφάτ, αλλά δεν σημαίνει αυτό ότι μπορεί να καταπιεί τους επαχθείς και λεόντειους «όρους» που θέτει η κυβέρνηση Σαρόν και που μπροστά τους ο οδικός χάρτης μοιάζει με έντιμη ειρήνη - κι ας μην είναι καθόλου τέτοια. Το «πρόβλημα» θα συνεχίζει να υφίσταται όσο υπάρχουν παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις (όσο αδιέξοδη και εάν είναι η πολιτική των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας), με Τείχος Ασφαλείας ή χωρίς, με παλαιστινιακό κράτος ή χωρίς.
Το κατά τ άλλα ευφυές σχέδιο της ισραηλινής κυβερνήσεως σκοντάφτει επειδή αποτυγχάνει να αναγνωρίσει πως το αληθινό «πρόβλημα» δεν είναι ο Αραφάτ, αλλά η ίδια η ισραηλινή πολιτική: Η αδικία σε βάρος των Παλαιστινίων. Ωστόσο, με το 65% των Ισραηλινών να θεωρεί ότι η κυβέρνησή τους δεν κάνει αρκετά για να «καταπολεμήσει την τρομοκρατία», ο Σαρόν χρειαζόταν να «σώσει πρόσωπο» και αυτό ακριβώς έκανε, διακόπτοντας το ταξείδι του στις Ινδίες, επιστρέφοντας στο Ισραήλ και αναθέτοντας στο στρατό να καταρτίσει νέα ενδελεχή σχέδια «απομακρύνσεως» του 74χρονου Παλαιστίνιου Προέδρου. Το ότι να βελτιώσει την δική του πολιτική θέση ενίσχυσε τον... αντίπαλο, είναι λεπτομέρεια.
Η απειλή απελάσεως ή δολοφονίας του Αραφάτ, με αφορμή τις βομβιστικές επιθέσεις των παλαιστινιακών οργανώσεων αντιστάσεως που προκάλεσαν οι «δολοφονίες με στόχο» στελεχών της Χαμάς και η απόπειρα δολοφονίας του τυφλού πνευματικού της ηγέτου, σεΐχη Αχμέντ Γιασίν (τα καταφέρνει σε κάτι τέτοια κόλπα η Μοσάντ), είτε αντανακλά τις πραγματικές προθέσεις του Ισραήλ, είτε αποτελεί «μπλόφα», αποτελεί ενδεχομένως στρατηγική κίνηση στο άγριο «πόκερ», που παίζει ο Σαρόν. Δείχνει στους ¶ραβες έως πού είναι αποφασισμένος να φθάσει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός - στον ολοκληρωτικό πόλεμο, και όλοι ξέρουν ότι θα έχει πίσω του την Ουάσινγκτον - ενώ ταυτοχρόνως παγιώνει μια ακόμη πιο σκληρή διαπραγματευτική στάση. Ουσιαστικά, επιδιώκει να επιτύχει δια της απειλής όσα δεν μπόρεσε να επιτύχει δια μέσου του Μαχμούντ Αμπάς, που δεν «διήρκεσε». Η δημοσιοποίηση της κινήσεως προκάλεσε βεβαίως την καταδίκη του αραβικού κόσμου, την (σε βαθμό σημαντικό, αλλά όχι απόλυτο) συσπείρωση των Παλαιστίνιων γύρω από τον ιστορικό τους ηγέτη και τις εκκλήσεις της ΕΕ, του ΟΗΕ, της Ρωσίας κ.ά. παικτών να «αποφευχθεί» η κλιμάκωση.
Ο πραγματικός στόχος της κυβερνήσεως Σαρόν, όμως, ομοιάζει περισσότερο να μην είναι η στρατιωτική αναμέτρηση, αλλά η δημιουργία ενός κλίματος πιέσεων στους Παλαιστινίους να φανούν πιο «διαλλακτικοί» (όρα: ενδοτικοί), όποια κι εάν είναι η νέα κυβέρνηση που θα σχηματίσει ο Αχμέντ Κορέι. Ακριβώς αυτό θέλει και η ακριβοδίκαιη Ουάσινγκτον, η οποία όμως φοβάται ότι η βιαία «απομάκρυνση» του Αραφάτ θα τον «ηρωοποιήσει» - αυτό είπε ο πρεσβευτής των ΗΠΑ Ντάνιελ Κέρτζερ στον φιλαράκο του Σαούλ Μοφάζ, τον Ισραηλινό υπουργό Αμύνης, που ήθελε να τον εκτελέσει ASAP, αλλά πείσθηκε να συγκρατηθεί. Προσωρινά.
Θα αποδώσει η «μπλόφα»; Ο Κορέι μπορεί να μην είναι yesman του Αραφάτ, αλλά δεν σημαίνει αυτό ότι μπορεί να καταπιεί τους επαχθείς και λεόντειους «όρους» που θέτει η κυβέρνηση Σαρόν και που μπροστά τους ο οδικός χάρτης μοιάζει με έντιμη ειρήνη - κι ας μην είναι καθόλου τέτοια. Το «πρόβλημα» θα συνεχίζει να υφίσταται όσο υπάρχουν παλαιστινιακές αντιστασιακές οργανώσεις (όσο αδιέξοδη και εάν είναι η πολιτική των βομβιστικών επιθέσεων αυτοκτονίας), με Τείχος Ασφαλείας ή χωρίς, με παλαιστινιακό κράτος ή χωρίς.
Το κατά τ άλλα ευφυές σχέδιο της ισραηλινής κυβερνήσεως σκοντάφτει επειδή αποτυγχάνει να αναγνωρίσει πως το αληθινό «πρόβλημα» δεν είναι ο Αραφάτ, αλλά η ίδια η ισραηλινή πολιτική: Η αδικία σε βάρος των Παλαιστινίων. Ωστόσο, με το 65% των Ισραηλινών να θεωρεί ότι η κυβέρνησή τους δεν κάνει αρκετά για να «καταπολεμήσει την τρομοκρατία», ο Σαρόν χρειαζόταν να «σώσει πρόσωπο» και αυτό ακριβώς έκανε, διακόπτοντας το ταξείδι του στις Ινδίες, επιστρέφοντας στο Ισραήλ και αναθέτοντας στο στρατό να καταρτίσει νέα ενδελεχή σχέδια «απομακρύνσεως» του 74χρονου Παλαιστίνιου Προέδρου. Το ότι να βελτιώσει την δική του πολιτική θέση ενίσχυσε τον... αντίπαλο, είναι λεπτομέρεια.






