Διεθνείς οικονομικές σχέσεις και διπλωματία
Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010
 
Αναζήτηση:
Bookmark This Page | Site Map
Αρχική > Αναζήτηση ανα Κατηγορία


ΙΜΙΑ: Η ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΙΣ ΒΡΑΧΟΝΗΣΙΔΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

Ίμια: 14 χρόνια μετά

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ & ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ



1 Νοεμβρίου 1995. Τρεις μήνες πριν τα γεγονότα στα Ίμια, μέλη και φίλοι του Πολιτιστικού-Μορφωτικού Συλλόγου Αποφοίτων Σχολών Υπαξιωματικών Πολεμικού Ναυτικού επιβιβάζονται από το λιμάνι του Πειραιά στο οχηματαγωγό «Έβρος», με σκοπό να υψώσουν την ελληνική σημαία σε μία σειρά από βραχονησίδες, μεταξύ των οποίων η Καλόλιμνος, η Στρογγύλη, το Φαρμακονήσι, Βάτος και Πάσα.
Οι τρεις αξιωματικοί του Π.Ν. που έχασαν τη ζωή τους τον Ιανουάριο του 1996 κατά την κρίση στα Ίμια. Ο αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος, ο σημαιοφόρος Έκτορας Γιαλοψός και ο  αντιπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης.
Οι τρεις αξιωματικοί του Π.Ν. που έχασαν τη ζωή τους τον Ιανουάριο του 1996 κατά την κρίση στα Ίμια. Ο αντιπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος, ο σημαιοφόρος Έκτορας Γιαλοψός και ο αντιπλοίαρχος Χριστόδουλος Καραθανάσης.

   Σκοπός τους, όπως λένε οι ίδιοι, ήταν «να υψώσουν τη γαλανόλευκη στα διαμάντια των θαλασσών μας, τις ακατοίκητες βραχονησίδες, που, όπως διαπιστώσαμε κατά το ταξίδι, τα περισσότερα από αυτά δεν είναι και τόσο βραχονησίδες, αλλά σπάνιας ομορφιάς νησιά, με χλωρίδα και πανίδα, και ακόμα να εντοπίσουμε κατάλληλους χώρους για την κατασκευή στοιχειώδους υποδομής, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η ολιγοήμερη παραμονή επισκεπτών στις εσχατιές του Ελληνικού Εθνικού Χώρου…».
   Πρόκειται για την εισαγωγή δισέλιδου άρθρου, της εφημερίδας «Ξιφίας», αρ, φύλλου 41, Οκτώβριος-Νοέμβριος 1995) την οποία εκδίδει ο Πολιτιστικός-Μορφωτικός Σύλλογος Αποφοίτων Σχολών Υπαξιωματικών Πολεμικού Ναυτικού. Το άρθρο, που δεν είναι παρά ένα οδοιπορικό δέκα απόστρατων υπαξιωματικών σε βραχονησίδες του Αιγαίου, υπογράφει ο Νίκος Πλατανιάς και η εφημερίδα έχει ως πρώτο τίτλο «ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΗΣ, υψώσαμε την σημαία σε 5 βραχονησίδες».
   Το άρθρο συνεχίζει με μία λεπτομερή περιγραφή του εγχειρήματος: «Πρώτος σταθμός τα νησάκια Πασάς και Βάτος, δίπλα στη Χίο και απέναντι από τα μικρασιατικά παράλια, σε απόσταση αναπνοής. Αποβίβαση λοιπόν τα χαράματα, με πλήρως εξοπλισμένο συνεργείο (ηλεκτρογεννήτριες, κομπρεσέρ, ηλεκτροσυγκόλληση, τροχό και κόπτη σιδήρου κ.τ.λ.) αλλά και με ακμαίο ηθικό, τα ‘παλικάρια’ φθάνουν στην κορυφή του…Βάτου, νησάκι ακατοίκητο από ανθρώπους, σπάνιας όμως ομορφιάς. Αρχίζουν τη δουλειά και σε λίγες ώρες η Γαλανόλευκη κυματίζει υπερήφανη, όπως άλλωστε της αξίζει». Σύμφωνα με την περιγραφή, για να μεταφέρουν τα υλικά χρειάστηκε να περπατήσουν 2 χιλιόμετρα από την ακτή στην κορυφή του βουνού και να μεταφέρουν τη σημαία βάρους 120 κιλών, τον ιστό μήκους 6 μέτρων, τσιμέντο, άμμο χαλίκι, εργαλεία και νερό.
   Το εγχείρημα των αποστράτων παρακολουθεί στενά το τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό: «Δύο τουρκικά ναρκαλιευτικά μας παρακολουθούν από κοντινή απόσταση, τι να σκέπτονται άραγε;» συνεχίζει το άρθρο, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει:  «…τα ‘συμμαχικά’ πλοία μας παρακολουθούν ακόμη από απέναντι. Δε ζητούμε τίποτε από τους γείτονές μας…»
   Τρεις μόλις μήνες πριν τα γεγονότα στα Ίμια, που εξακολουθούν να διχάζουν τον πολιτικό κόσμο της χώρας μας, αφού αποτελούν όνειδος για την Εθνική Πολιτική της Ελλάδος, μία ομάδα αποστράτων κάνει ακριβώς αυτό που στα τέλη Ιανουαρίου 1996 έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα του πολέμου. Υψώνουν την ελληνική σημαία σε βραχονησίδες που βρίσκονται «σε απόσταση αναπνοής» από τα τουρκικά παράλια. Επρόκειτο άραγε για φανατικούς υπερεθνικιστές ή εγκάθετους προβοκάτορες «σκοτεινών κύκλων» που ήθελαν να προκαλέσουν πόλεμο Ελλάδος-Τουρκίας, όπως αργότερα ελέχθη για το δήμαρχο Καλύμνου, Δ. Διακομιχάλη, που έκανε ακριβώς το ίδιο; Φυσικά και όχι, όπως θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.
   «Ευχάριστη έκπληξη» συνεχίζει το άρθρο «ήταν η επίσκεψη του Στρατιωτικού Διοικητού της Α.Σ.Δ.Ε.Ν. που με ελικόπτερο που προσγειώθηκε στην κορυφή του ‘Βάτου’ έφθασε στον τόπο δουλειάς και χαιρέτησε, και γιατί όχι, εμψύχωσε τους ανθρώπους που επιχείρησαν το τόλμημα αυτό». Το άρθρο συνεχίζει λέγοντας ότι στην αποστολή του συλλόγου, που συνεχίστηκε στις βραχονησίδες Καλόλιμνο, Φαρμακονήσι, Στρογγύλη κ.ά, εκτός των αποστράτων, συμμετείχαν και ειδικοί, όπως «πολιτικός μηχανικός για να ελέγξει τις κατασκευές» και άλλοι για να διαπιστώσουν «τι μπορεί να προσφέρει το νησί…»
   Όπως είναι προφανές, αυτή η αποκάλυψη της «Διπλωματίας», καταρρίπτει το μύθο ότι κάποιοι πολίτες που ανήκαν στο «κόμμα του πολέμου» ήθελαν να προκαλέσουν ένταση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Το πλοίο ήταν το οχηματαγωγό «Έβρος» του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και την αποστολή επικύρωσε με την παρουσία του ο τότε διοικητής Α.Σ.Δ.Ε.Ν.
   Κάποιος κακόπιστος θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν αυτή η αποστολή είχε την έγκριση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εθνικής Αμύνης ή ήταν κάποια άκριτη πρωτοβουλία ορισμένων στρατιωτικών.
   Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Ξιφίας», ο πρόλογος του εν λόγω άρθρου αναφέρει: «Μετά την επιτυχημένη προσπάθεια του Συλλόγου μας, «επιχείρηση Ρω» που σε μεγάλο βαθμό έγινε πιλότος για το πρόγραμμα των υπουργείων Εθνικής Αμύνης και Αιγαίου για την αξιοποίηση των ακατοίκητων βραχονησίδων των ελληνικών θαλασσών, ο ΠΜ ΣΑΣΥ ΠΝ βρέθηκε και πάλι πρωτοπόρος στην νέα προσπάθεια…»
   Και συνεχίζει λέγοντας ότι ο Αίολος αυτή την φορά δεν ήταν σύμμαχος αφού λόγω της κακοκαιρίας το ραντεβού «με το κλιμάκιο υπουργών που την άλλη ημέρα θα ερχόταν στα νησιά, ματαιώθηκε».
   Δηλαδή, όχι μόνο δεν ήταν η πρώτη αποστολή αυτού του είδους, αλλά επρόκειτο για συγκεκριμένο πρόγραμμα των υπουργείων Εθνικής Αμύνης και Αιγαίου. Μάλιστα την επιχείρηση ανάρτησης της ελληνικής σημαίας σε βραχονησίδες θα επέβελεπε και κλιμάκιο υπουργών. Το άρθρο δεν αναφέρει ποίοι υπουργοί θα επισκέπτονταν τις βραχονησίδες, όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κάποιος ότι θα επρόκειτο τουλάχιστον για τον υπουργό Αιγαίου και ίσως τον υπουργό Εθνικής Άμυνας.
   Τα όσα αναφέρει η εφημερίδα επιβεβαιώνει στη «Διπλωματία» ο τότε υπουργός Αιγαίου και στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., Αντώνης Κοτσακάς: «Υπήρχε συγκεκριμένο σχέδιο για την αξιοποίηση πολλών βραχονησίδων του Αιγαίου. Βασιζόταν στη σκέψη ότι σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, σε ένα νησί αναγνωρίζεται υφαλοκρηπίδα, μόνον όταν στο έδαφος του ασκείται μία έστω και μικρή οικονομική δραστηριότητα. Το ζήτημα το είχαμε συζητήσει με τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος είχε δείξει μεγάλο ενδιαφέρον και είχε εγκρίνει το σχέδιο.
  
Έτσι, σε συνεργασία με το υπουργείο Εθνικής Αμύνης και τον τότε υπουργό Γεράσιμο Αρσένη, εκπονήθηκε με όλες τις λεπτομέρειες συγκεκριμένο πρόγραμμα που προέβλεπε τη μεταφορά, σε μία σειρά από βραχονησίδες, ορισμένων υλικών που να καθιστούν εφικτή τη διαβίωση ακόμη και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, όπως δοχεία με καύσιμα θέρμανσης και εφόδια, κάποιες στοιχειώδεις εγκαταστάσεις στέγασης, όπως καλύβες κ.ά. Σκοπός μας ήταν κυρίως να προκαλέσουμε το ενδιαφέρον οικολογικών και περιβαλλοντολογικών οργανώσεων, όπως η Greenpeace και άλλες, ώστε τα νησιά να ζωντανέψουν κάπως… Στον κατάλογο των νησιών περιλαμβάνονταν τα Αντικύθηρα και η Γαυδοπούλα, και όχι μόνο βραχονησίδες του ανατολικού Αιγαίου. Το υπουργείο Εθνικής Αμύνης είχε διαθέσει τα απαραίτητα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού, προσωπικό και υλικά για την υλοποίηση του προγράμματος». Αργότερα, όταν το υπουργείο Αιγαίου ανέλαβε η Ελισάβετ Παπαζώη, το πρόγραμμα ατόνησε και τελικά εγκαταλείφθηκε.
   Σε ερώτηση της «Διπλωματίας» αν ουσιαστικά επρόκειτο περί προσπάθειας εποικισμού των βραχονησίδων, ο κος Κοτσακάς απαντά αρνητικά και αποδίδει τα σχετικά δημοσιεύματα στον Τύπο της εποχής, σε πολιτικές έριδες και διαμάχες.
   Όμως, πολλοί θυμούνται ότι στα μέσα της περασμένης δεκαετίας είχε δημοσιευτεί σε εφημερίδες ότι υπήρχε κυβερνητικό ενδιαφέρον για όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν σε εγκαταλελειμμένους φάρους ή βραχονησίδες. Μάλιστα, πολλοί επίδοξοι «Ροβινσώνες» και ερημίτες είχαν αρχικά εκδηλώσει ενδιαφέρον, αφού δεν έλειπαν και τα κίνητρα. Νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1994, το υπουργείο Αιγαίου είχε ανακοινώσει ένα επιχειρησιακό σχέδιο ανάπτυξης του Αιγαίου με πιστώσεις ύψους εξακοσίων τριάντα επτά δις δρχ.
   Ο κος Κοτσακάς, απαντώντας σε δεύτερη ερώτηση αν ο τότε δήμαρχος Καλύμνου, Δ. Διακομιχάλης, ύψωσε την ελληνική σημαία στα Ίμια στο πνεύμα του συγκεκριμένου σχεδίου, και όχι με δική του πρωτοβουλία, απαντά αρνητικά.
   Ωστόσο, είναι γνωστό ότι ο κος Διακομιχάλης ανήκε στο στενό κύκλο του Γεράσιμου Αρσένη, με τον οποίο τον συνέδεε και προσωπική φιλία. Άρα είναι μάλλον απίθανο να πήρε μόνος του μία τέτοια απόφαση, χωρίς τουλάχιστον να ενημερώσει κάποιους αρμοδιότερους από αυτόν. Άλλωστε, ο ίδιος ο Αρχηγός Γ.Ε.ΕΘ.Α., ναύαρχος Λυμπέρης, λίγο αργότερα θα προτείνει στον Αρχηγό Γ.Ε.Ν. η σημαία να αναρτηθεί από το δήμαρχο Καλύμνου και όχι από στρατιωτικό άγημα, προκειμένου να αποφευχθεί η ένταση.

Το χρονικό της κρίσης των Ιμίων
  
26 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό φορτηγό πλοίο «Φιγκεν Ακάντ» προσαράζει στις βραχονησίδες Ίμια. Ο Τούρκος πλοίαρχος ισχυρίζεται ότι βρίσκεται σε τουρκικά χωρικά ύδατα και αρχικά αρνείται να δεχθεί βοήθεια από ελληνικά μέσα έρευνας και διάσωσης.

   28 Δεκεμβρίου: ελληνικά ρυμουλκά απεγκλωβίζουν το τούρκικο πλοίο και οδηγείται στην Τουρκία.

   29 Δεκεμβρίου 1995: Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εκδίδει ρηματική διακοίνωση, στην οποία τα Ίμια χαρακτηρίζονται ως τουρκικό έδαφος.

   10 Ιανουαρίου 1996: Η Ελλάδα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του τουρκικού ΥΠ.ΕΞ. με άλλη ρηματική διακοίνωση, στην οποία αναφέρεται η συνθήκη των Παρισίων του 1947, με την οποία οι βραχονησίδες Ίμια παραχωρήθηκαν από την Ιταλία στην Ελλάδα, κατά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων.

   4 Ιανουαρίου: Ο Αμερικάνος πρόεδρος, Μπιλ Κλίντον, σε επιστολή του προς Ελληνοαμερικανό γερουσιαστή, αναφέρει: Φοβάμαι θερμό επεισόδιο.

   19 Ιανουαρίου: Στην Ελλάδα πρωθυπουργός γίνεται ο Κ. Σημίτης.

   25 Ιανουαρίου 1996: Ο δήμαρχος Καλύμνου, Δ. Διακομιχάλης συνοδευόμενος από τον Αστυνομικό Διευθυντή της Καλύμνου, Γ. Ριόλα, υψώνουν στα Ίμια την ελληνική σημαία.

   28 Ιανουαρίου 1996: Μία ομάδα Τούρκων δημοσιογράφων της εφημερίδας «Χουριέτ» προσεγγίζει  τα Ίμια με ελικόπτερο, υποστέλλει την ελληνική σημαία και υψώνει την τουρκική.
   Άνδρες του περιπολικού «Παναγόπουλος» στις 08:00 αντιλαμβάνονται την τουρκική σημαία. Ο αρχηγός Γ.Ε.Ν. δίνει εντολή στον πλοίαρχο του περιπολικού «Αντωνίου» να σπεύσει στα Ίμια, να αφαιρέσει την τουρκική σημαία και να υψώσει ξανά την ελληνική.
   Ο Αρχηγός Γ.Ε.Ν. επικοινωνεί με τον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α., ναύαρχο Λυμπέρη, τον οποίο ενημερώνει για τα γεγονότα. Ο Αρχηγός Γ.Ε.ΕΘ.Α. επιδοκιμάζει τις κινήσεις του Α/Γ.Ε.Ν. και παράλληλα ενημερώνει τον υπουργό Εθνικής Αμύνης, Γεράσιμο Αρσένη. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο ναύαρχος Λυμπέρης, επικοινωνεί με το Ναυτικό Διοικητή Αιγαίου, αρχιπλοίαρχο Ι. Καλλιγιάννη, τον οποίο συμβουλεύει όπως η σημαία υψωθεί μέσω δημάρχου Καλύμνου και όχι απευθείας από το πολεμικό πλοίο. Η επικοινωνία, όμως, δεν κατέστη δυνατή με το πλοίο και η σημαία υψώθηκε από το πλήρωμα του περιπολικού «Αντωνίου» .

   30 Ιανουαρίου 1996: Δημοσιεύεται σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο οι Τούρκοι διεκδικούν το σύνολο των βραχονησίδων, οι οποίες βρίσκονται κοντά στα Τουρκικά παράλια.
-Από το πρωί στην περιοχή επικρατεί ένταση.
- Το απόγευμα, ελληνικά και τουρκικά πολεμικά πλοία έχουν σπεύσει στην ευρύτερη περιοχή των Ιμίων και  βρίσκονται σε διάταξη μάχης.
- Ταυτόχρονα, άνδρες των Ο.Υ.Κ. αποβιβάζονται στα Ανατολικά Ίμια και δυνάμεις των Ειδικών Δυνάμεων στην Καλόλιμνο.
-Στις 23:00 διατάσσεται επιστράτευση στις στρατιωτικές δυνάμεις Έβρου και νήσων του Αιγαίου.

   30/31 Ιανουαρίου 1996Τη νύχτα, οι καιρικές συνθήκες είναι εξαιρετικά κακές. Βρέχει συνεχώς και η ορατότητα στην κυριολεξία είναι μηδέν.
   Στις 01:15 Τούρκοι κομάντος διαφεύγουν της προσοχής των στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού που επιτηρούν τα Ίμια και αποβιβάζονται στη μικρή Ίμια, στην οποία δε βρίσκονται ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Υψώνουν την τουρκική σημαία. Θα παραμείνουν επτά ώρες.
   Το γεγονός διαπιστώνεται από το περιπολικό «Αντωνίου» και επιβεβαιώνεται από ελικόπτερο ΑΒ-212 ASW της Φρεγάτας «Ναυαρίνο». Στις 5:30 το ελικόπτερο επιστρέφοντας καταπέφτει στη θάλασσα. Σκοτώνονται οι αξιωματικοί που επέβαιναν, Χ. Καραθανάσης, Ε. Γιαλοψός, Π. Βλαχάκος.
-Το ΚΥΣΕΑ, ύστερα από μαραθώνια σύσκεψη, απορρίπτει το ενδεχόμενο ανακατάληψης των Ιμίων, για να αποφύγει την πολεμική σύρραξη.
-Στις 06:10 το πρωί, οι υπουργοί Αμύνης και Εξωτερικών, Γ. Αρσένης και Θ. Πάγκαλος, ανακοινώνουν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας με προσωπική παρέμβαση του Προέδρου των Η.Π.Α., Μπιλ Κλίντον, και του διαμεσολαβητή Ρ. Χόλμπρουκ. Οι ελληνικές δυνάμεις αποχωρούν από τα Ίμια παίρνοντας μαζί και την ελληνική σημαία. Το ίδιο πράττουν και οι Τούρκοι καταδρομείς.

Πτώση ή κατάρριψη;
  
Ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης, κος Γ. Αρσένης, απέδωσε την πτώση του ελικοπτέρου στο φαινόμενο vertigo, δηλαδή την απώλεια προσανατολισμού του πιλότου, λόγω του σκότους και των καιρικών συνθηκών. Σημειώνεται ότι τα ελικόπτερα αυτού του τύπου δεν είναι κατασκευασμένα για νυκτερινές πτήσεις:
   «Εμείς στείλαμε, αν και νύχτα, το μοιραίο ελικόπτερο να ανιχνεύσει αυτόν τον βράχο. Ήταν περίπου κατά τις 5.30 π.μ. που εντόπισε (το ελικόπτερο) με τους δικούς του προβολείς δέκα περίπου άτομα σ' αυτόν το βράχο. Μας πέρασε αυτό το μήνυμα και επιστρέφοντας στη φρεγάτα ο πιλότος "ζαλίστηκε" και το ελικόπτερο έπεσε στη θάλασσα και χάσαμε τρεις θαυμάσιους αξιωματικούς στην εκτέλεση του καθήκοντος", δήλωσε ο Γ. Αρσένης.
   Η πτώση του ελικοπτέρου, οι συνεχείς καταγγελίες συγγενών των νεκρών αξιωματικών, σε συνδυασμό με την επιμονή του υπουργείου Εθνικής Αμύνης να μην παρουσιάσει τα συντρίμμια του ελικοπτέρου, ερέθισε τη δυσπιστία της κοινής γνώμης και πυροδότησε μία σειρά από σενάρια:
   Στη 1 Φεβρουαρίου 1996 η εφημερίδα «Απογευματινή» αποκαλύπτει εμπιστευτικό σήμα του πιλότου του ελικοπτέρου που έστειλε στις 4.49 τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου. Ο πιλότος ανέφερε κατά λέξη προς τη φρεγάτα «Ναυαρίνο»: «Έχω ένδειξη master caution (γενική ηλεκτρονική βλάβη), emergency (κίνδυνος)». Σύμφωνα με τους ειδικούς, η ένδειξη master caution σημαίνει ότι είτε το ελικόπτερο δέχεται ηλεκτρονική παρεμβολή, είτε ότι υπάρχει μηχανική βλάβη, οπότε και ανάβει το αντίστοιχο λαμπάκι. Αμέσως μετά, όμως, ο πιλότος προσθέτει: «αλλά το λαμπάκι δε δείχνει τίποτε».
   Το δημοσίευμα αυτό, το οποίο όσο γνωρίζουμε δεν έχει διαψευσθεί, ενίσχυσε τις φήμες περί ηλεκτρονικής παρεμβολής που οδήγησε το ελικόπτερο στο βυθό της θάλασσας. Όμως οι συσκευές ηλεκτρονικού πολέμου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν κατέγραψαν ουδεμία παρεμβολή, ούτε και υπήρξε άλλο στοιχείο που να συνηγορεί σε αυτήν την εκδοχή.
   Ένα δεύτερο σενάριο αναφέρει ότι το ελικόπτερο κατερρίφθη κατά λάθος από ελληνικά πυρά, όταν ο πιλότος άθελά του το οδήγησε εντός ακτίνας δράσης των αυτοματοποιημένων πυροβόλων «Φάλαγξ», που διαθέτουν οι φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού. Τα πυροβόλα αυτά ενεργοποιούνται αυτόματα, όταν ένα ιπτάμενο αντικείμενο (π.χ. πύραυλος) πλησιάζει σε μία ορισμένη απόσταση μία φρεγάτα. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη που να επιβεβαιώνει αυτήν την εκδοχή, εκτός, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, από την επιμονή όλων των υπουργών Αμύνης να μη δοθούν στη δημοσιότητα ευκρινείς φωτογραφίες των συντριμμιών του ελικοπτέρου.
   Το κυρίαρχο, όμως, σενάριο παραμένει αυτό της κατάρριψης του ελικοπτέρου από τους Τούρκους καταδρομείς που βρίσκονταν στο νησί. Την άποψη αυτή ενίσχυσαν οι εικόνες που μεταδόθηκαν μετά την ανάσυρση του ελικοπτέρου από το βυθό, που έδειχναν μία σειρά οπών στο κυρίως σώμα του σκάφους. Σύμφωνα με την εξήγηση που δόθηκε, επρόκειτο για υποδοχείς μπουλονιών τα οποία έσπασαν κατά την πρόσκρουση του ελικοπτέρου στο νερό.

Το διπλωματικό παρασκήνιο στην Ουάσιγκτον
  
Η νύχτα αυτή απετέλεσε σημείο καμπής για την ελληνική πολιτική στο Αιγαίο. Όσοι χειρίστηκαν την κρίση και, ειδικά, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, που ευχαρίστησε την αμερικανική πλευρά μέσα στο Κοινοβούλιο και ο υπουργός Εξωτερικών, Θεόδωρος Πάγκαλος, δέχθηκαν σφοδρές επικρίσεις, ενώ δεν ήταν λίγοι όσοι μίλησαν για εθνική μειοδοσία.
   Σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, το απόγευμα της 31ης Ιανουαρίου 1996, κατά τη διάρκεια δεξίωσης στη Γερουσία των Η.Π.Α., Αμερικανοί επίσημοι διοχέτευαν την πληροφορία ότι τις προσεχείς ώρες οι Τούρκοι θα καταλάμβαναν ελληνική βραχονησίδα στην περιοχή των Ιμίων. Το γεγονός κατεγράφη από παριστάμενους Έλληνες διπλωμάτες και στρατιωτικούς, οι οποίοι ενημέρωσαν την Αθήνα τηλεγραφικά και τηλεφωνικά και συγκεκριμένα από τον τότε Επιτετραμένο της ελληνικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον, Κ. Κοκώση. Η πληροφορία διοχετευόταν, αφού είχε προηγηθεί η προσωπική διαμεσολάβηση του τότε προέδρου των Η.Π.Α., Μπιλ Κλίντον, η οποία είχε θεωρηθεί «επιτυχής». Το πώς η πρωθυπουργός της Τουρκίας, Τανσού Τσιλέρ, βρήκε το σθένος να προχωρήσει στην κατάληψη των μικρών Ιμίων, μετά την παρέμβαση του προέδρου των Η.Π.Α., παραμένει ακόμη αναπάντητο.
   Στη 1 Φεβρουαρίου 1996, ημερομηνία ανακοίνωσης της λήξης της κρίσης, ο τότε εκπρόσωπος του Σταίητ Ντηπάρτμεντ, Νίκολας Μπερνς, κατά την τακτική ενημέρωση Τύπου, δηλώνει προκλητικά ότι: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες από σήμερα δεν αναγνωρίζουν ελληνική κυριαρχία στη βραχονησίδα Ίμια», συμπληρώνοντας ότι το ίδιο ισχύει «για μία σειρά νησάκια κατά μήκος των ακτών του Ανατολικού Αιγαίου, τα οποία έχουν το ίδιο καθεστώς με τα ΄Ιμια και δεν είναι μεγαλύτερα από το κτήριο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών». Ο Ν. Μπερνς απαντώντας σε ερωτήσεις Ελλήνων ανταποκριτών αρχικά παραδέχθηκε ότι υπάρχει λίστα με ονόματα βραχονησίδων.
   Ο θόρυβος που προεκλίθη τότε στην Ελλάδα, αλλά και σε κύκλους της ομογένειας, την επομένη ανάγκασε το Ν. Μπερνς να ανακαλέσει τη δήλωση περί λίστας, όχι όμως και τη δήλωση περί μη αναγνώρισης της ελληνικής κυριαρχίας στα Ίμια.  Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ν. Μπερνς απαντώντας σε επίμονες ερωτήσεις δήλωσε κατ΄ επανάληψη ότι οι Η.Π.Α. δεν αναγνωρίζουν στα Ίμια ούτε τουρκική κυριαρχία, ονομάζοντάς τα, όμως, με το όνομα που τα νησιά είναι γνωστά στην Τουρκία, δηλαδή ‘Καρντάκ’.
   Σημειώνεται ότι η κυβέρνηση Σημίτη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τη δήλωση Μπερνς περί μη ελληνικής κυριαρχίας στα Ίμια, παρά το ότι, μέχρι εκείνην τη στιγμή, σταθερή θέση των Αμερικανών για την κρίση ήταν ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν παίρνουν θέση. Ελλάδα και Τουρκία είναι σύμμαχοί μας και οφείλουν να παρακαθίσουν σε συνομιλίες για την επίλυση των διαφορών τους».

Ένα ξεχασμένο περιστατικό
  
Τα ερωτήματα για το σκοτεινό παρασκήνιο της κρίσης των Ιμίων παραμένουν αναπάντητα. Μέσα στη δίνη της ειδησιογραφίας εκείνων των ημερών, ορισμένα γεγονότα δεν πήραν τη δημοσιότητα που θα έπρεπε. Ένα από αυτά που αξίζει να σημειωθεί είναι η σύλληψη των στρατιωτικών ακολούθων της Ιταλίας και της Ολλανδίας στις 31 Ιανουαρίου στη Μυτιλήνη, όταν διαπιστώθηκε ότι παρακολουθούσαν ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
   Ενώ η κρίση έβαινε στην κορύφωσή της, ο Ιταλός στρατιωτικός ακόλουθος,  συνταγματάρχης Μάριο Βολπιτσέλι και η Ολλανδή ομόλογός του, βρίσκονταν στη Λέσβο, όπως δήλωσαν αργότερα, για προσωπικούς λόγους. Φεύγοντας από μία καφετέρια του νησιού ο Ιταλός συνταγματάρχης ξεχνάει το σημειωματάριό του, το οποίο βρίσκει ο ιδιοκτήτης του καταστήματος. Έκπληκτος διαπιστώνει ότι το σημειωματάριο περιέχει σχεδιαγράμματα στρατιωτικών εγκαταστάσεων του νησιού, ονόματα και αριθμούς πλοίων που έπλεαν στην περιοχή και άλλες στρατιωτικής φύσεως πληροφορίες.
   Οι δύο διπλωμάτες-στρατιωτικοί εντοπίστηκαν και συνελήφθησαν. Κατά την ανάκριση που ακολούθησε, ισχυρίστηκαν ότι βρίσκονταν σε διακοπές, ότι υπήρχε προσωπική σχέση μεταξύ τους και ότι σημείωναν τις στρατιωτικές πληροφορίες απλώς από επαγγελματικό ενδιαφέρον. Το γεγονός έκανε ιδιαίτερη εντύπωση σε κυβερνητικούς κύκλους, αφού επρόκειτο για τους στρατιωτικούς ακολούθους δύο χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
   Όπως είναι φυσικό, η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε την άμεση ανάκλησή τους. Το ζήτημα είδε το φως της δημοσιότητας ένα σχεδόν μήνα αργότερα στις 2 Μαρτίου 1996. Όπως μετέδωσε τότε το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων: «Την έκπληξή του για την αίτηση της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάκληση του Ιταλού στρατιωτικού ακολούθου στην Αθήνα, συνταγματάρχη Μάριο Βολπιτσέλι, εξέφρασε χθες βράδυ το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών, αρνούμενο πως ο εν λόγω στρατιωτικός επιδίδετο σε οιαδήποτε δραστηριότητα που αντιτίθετο προς τα καθήκοντά του.
Χθες βράδυ, ο επικεφαλής του γραφείου της ιταλίδας υπουργού Εξωτερικών, Σουζάνας Ανιέλι, Τζανκάρλο Αραγκόνα, κάλεσε τον Έλληνα πρέσβη στη Ρώμη, Ευάγγελο Φραγκούλη, από τον οποίο ζήτησε διευκρινήσεις σχετικά με το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης.
   Η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε χθες την ανάκληση των στρατιωτικών ακολούθων της Ιταλίας και της Ολλανδίας, οι οποίοι αποκαλύφθηκε πως κατά την επίσκεψή τους στη Λέσβο κρατούσαν  σημειώσεις σχετικά με τις ελληνικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη νήσο.
   Ο Αραγκόνα  εξέφρασε στον Έλληνα πρέσβη την "έκπληξη και τη λύπη" της κυβέρνησής του, ενώ "αρνήθηκε πως ο ιταλός στρατιωτικός ακόλουθος επιδίδετο σε οιαδήποτε δραστηριότητα ασύμβατη προς τα καθήκοντά του", αναφέρεται στο ανακοινωθέν του ιταλικού υπουργείου.
   Μιλώντας στην ολλανδική τηλεόραση, ο Ολλανδός υπουργός Εξωτερικών, Χανς βαν Μίερλο, δήλωσε ότι η χώρα του ανακάλεσε τη βοηθό στρατιωτικό της ακόλουθο και ότι βρίσκεται "σε συνεχή επαφή" με την Αθήνα για την επίλυση του θέματος. "Η ακόλουθος ανακλήθηκε από εμάς με άδεια... και στη διάρκεια των αμέσως επόμενων ημερών το θέμα θα λάβει ικανοποιητική κατάληξη", είπε ο Ολλανδός υπουργός.     Ενώ όμως η ολλανδική κυβέρνηση προσπαθεί να υποβαθμίσει το θέμα χαρακτηρίζοντάς το "μικρή θύελλα σε πολύ μεγάλο φλυτζάνι",  ορισμένα μέλη του ολλανδικού κοινοβουλίου αντέδρασαν έντονα στις  ελληνικές αιτιάσεις. Ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος των Φιλελευθέρων, Φρανς Βάισγκλας, δήλωσε ότι οι κατηγορίες οφείλονται στην "αρρωστημένη δυσπιστία" της Ελλάδος προς την Τουρκία.
   Η Αθήνα οφείλει να αποσύρει τις κατηγορίες, διαφορετικά η  Ολλανδία θα υποχρεωθεί να ζητήσει την ανάκληση ενός Ελληνα διπλωμάτη, "όσο παιδαριώδες και αν θα φαινόταν κάτι τέτοιο", δήλωσε ο εκπρόσωπος σε ολλανδικό ραδιοσταθμό.

Το νομικό καθεστώς των Ιμίων
  
Η Μαρία Γαβουνέλη, δικηγόρος και επιστημονική συνεργάτης του Ελληνικού Ινστιτούτου Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου, σε μελέτη της για το νομικό καθεστώς που διέπει τις νησίδες των Ιμίων αναφέρει:
   «Την επαύριο του επεισοδίου στις νησίδες Ίμια στις 30/31 Ιανουαρίου 1996, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών σημείωνε επισήμως ότι “εξαιτίας της απουσίας συνολικής διμερούς συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών…υπάρχουν εκατοντάδες μικρά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες στο Αιγαίο…[των οποίων] το καθεστώς παραμένει αδιευκρίνιστο”, ανακοίνωνε δε ότι προχωρά στην εκπόνηση νομικής μελέτης για το καθεστώς των σχηματισμών αυτών. Τα νησιά αυτά συνιστούν terra nullius, είναι αδέσποτα και ως εκ τούτου αποτελούν γκρίζες ζώνες κυριαρχίας. Η επίσημη τουρκική θέση εμφαίνεται σε μία στρατιωτική έκθεση, σύμφωνα με την οποία:
   ...τα νησιά του Αιγαίου που δεν αναφέρονται σε καμμιά συνθήκη και δεν κατελήφθησαν από την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, καθώς και τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των έξι μιλίων από τις τουρκικές ακτές ανήκουν νομίμως στην Τουρκία, διάδοχη χώρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας... Η Τουρκία διατηρεί κυριότητα επί των νήσων αυτών, με την εξαίρεση αυτών που δόθηκαν στην Ελλάδα με το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης. [Κούρκουλας 1997]

Terrae nullius - αδέσποτα εδάφη:
   Ο κύριος τρόπος απόκτησης τίτλου κυριότητας επί εδάφους παραμένει, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, η κατάληψη [Ρούκουνας 1982: 30-48]. Η έννοια του “αδέσποτου εδάφους” χρησιμοποιήθηκε προεχόντως για να δικαιολογήσει νόμιμο τίτλο επί των προσφάτως ανακαλυφθέντων εδαφών της Αμερικής και της Αυστραλίας, κατά την εποχή των ανακαλύψεων. Σήμερα, χρησιμοποιείται ενίοτε για βραχονησίδες στη μέση του ωκεανού, που αποκτούν ξαφνικά ιδιαίτερο πολιτικό και οικονομικό ενδιαφέρον λόγω της στρατηγικής τους θέσης. Κλασικά παραδείγματα αποτελούν η ακατοίκητη βραχονησίδα Rockall στη μέση του Ατλαντικού [Symmonds 1982] και τα εντόνως αμφισβητούμενα νησιά Nansha ή Spratly στη Νότια Θάλασσα της Κίνας [Joyner 1998: 193-236]. Με πάνω από 2.000 χρόνια χαρτογραφημένης ιστορίας, το Αιγαίο Πέλαγος είναι μάλλον απίθανο να περιλαμβάνει τέτοια “αδέσποτα” εδάφη. Επομένως, το νομικό καθεστώς των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων του πρέπει να αναζητηθεί σε συμβατικά κείμενα.

Η Σύμβαση της Λωζάννης του 1923
  
Οι Συμβάσεις Ειρήνης της Λωζάννης, συναφθείσες μεταξύ της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ιαπωνίας, της Ελλάδος [ΦΕΚ Α 238, 24/25 Αυγούστου 1923], της Ρουμανίας και του Σερβο-κροατο-σλοβενικού κράτους αφενός και της Τουρκίας αφετέρου, επεδίωξαν να καλύψουν με νομικό ένδυμα τα νέα σύνορα της Ευρώπης, όπως αυτά προέκυψαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξαφάνιση της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το εδαφικό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου ρυθμίζεται κυρίως στο άρθρο 12, ενώ η Δωδεκάνησος παραχωρείται με το άρθρο 15 στην Ιταλία (το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης επαναλαμβάνεται σχεδόν επί λέξει στη Σύμβαση των Παρισίων του 1947, με την οποία η Δωδεκάνησος παραχωρείται στην Ελλάδα). Τα κείμενα των σχετικών άρθρων έχουν ως εξής:
   Άρθρον 12
  
Η ληφθείσα απόφασις τη 13η Φεβρουαρίου 1914 υπό της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου εις εκτέλεσιν των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/30 Μαΐου 1913, και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, η κοινοποιηθείσα εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τη 13 Φεβρουαρίου 1914 και αφορώσαι εις την κυριαρχίαν της Ελλάδος επί των νήσων της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ιμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών νήσων (Μαυρυών), ιδία των νήσων Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρούται υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων της παρούσης Συνθήκης των συναφών προς τας υπό την κυριαρχίαν της Ιταλίας διατελούσας νήσους, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 15.

Εκτός αντιθέτου διατάξεως της παρούσης Συνθήκης, αι νήσοι αι κείμεναι εις μικροτέραν απόστασιν των τριών μιλλίων της ασιατικής ακτής παραμένουσιν υπό την τουρκικήν κυριαρχίαν.
   Άρθρον 15
  
Η Τουρκία παραιτείται υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτωθι απαριθμουμένων νήσων, τουτέστι της Αστυπαλαίας, Ρόδου, Χάλκης, Καρπάθου, Κάσσου, Τήλου, Νισύρου, Καλύμνου, Λέρου, Πάτμου, Λειψούς, Σύμης και Κω, των κατεχομένων νυν υπό της Ιταλίας και των νησίδων των εξ αυτών εξαρτωμένων, ως και της νήσου Καστελλορίζου. [Ιωάννου και Περράκης 1990: 565]
   Με βάση τα κείμενα αυτά η ελληνική θέση στο Αιγαίο είναι ξεκάθαρη: η τουρκική κυριαρχία περιορίζεται μόνο σε όσα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες βρίσκονται εντός ζώνης τριών μιλίων από την τουρκική ακτή, με την εξαίρεση της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών νήσων στο στόμιο του Ελλησπόντου [υπουργείο Εξωτερικών 1998].
   Αντίθετα, η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι μόνον όσα νησιά ρητώς αναφέρονται στο άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης περιέρχονται στην ελληνική κυριαρχία και πάντως σε κάθε περίπτωση όχι οι νησίδες και οι βραχονησίδες της περιοχής που δεν αναφέρονται καθόλου στα σχετικά άρθρα [Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, 1998]. Λησμονεί όμως το επιχείρημα αυτό ότι το άρθρο 12 παραπέμπει ρητώς στην απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1914, με την οποία μεταφέρονταν στην Ελλάδα “toutes les  îles de la mer Égée actuellement occupées par elle, à l’exception deTenedos, d’Imbros et de Kastelorrizo” [=όλα τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους που κατέχει επί του παρόντος, με την εξαίρεση της Τενέδου, της Ίμβρου και του Καστελλορίζου]. Κατά τον αυτό τρόπο, το άρθρο 5 της Σύμβασης του Λονδίνου, στο οποίο επίσης παραπέμπει το άρθρο 12 της Σύμβασης της Λωζάννης, αναφέρεται σε “toutes les îles ottomanes de la mer Égée” [=όλα τα οθωμανικά νησιά του Αιγαίου Πελάγους].
   Άλλωστε, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, το Ελληνικό Ναυτικό κατέλαβε πλήθος άλλων νησιών, από τα οποία δέκα: Άγιος Ευστράτιος, Φούρνοι, Οινούσσες, Ψαρά, Θύμαινα, Σαμιοπούλα, Μεγαλονήσι, Άγιος Μηνάς, Αντίψαρα και Πασάς, κατοικούνταν από αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς [Συρίγος 1997]. Επιπλέον, το Ναυτικό επιβίβασε αγήματα και σε όλες τις νησίδες και βραχονησίδες επί των οποίων υπήρχαν φάροι εγκαθιστώντας ελληνική κυριαρχία, όπως έγινε δεκτό το 1934 στην υπόθεση των Φάρων ενώπιον του Διαρκούς Δικαστηρίου Διεθνούς Δικαιοσύνης [Lighthouses case, France v. Greece, PCIJ series A/B, no. 62, 1934], του προπάτορα του σημερινού Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση των νησιών Minquiers & Ecrehos στο Στενό της Μάγχης, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έκανε δεκτό, δια στόματος του Δικαστή Carneiro, ότι:
   Η κατάληψη των κυρίων νήσων ενός αρχιπελάγους πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει επίσης την κατάληψη νησίδων και βραχονησίδων στο ίδιο αρχιπέλαγος, που δεν έχουν πράγματι καταληφθεί από άλλο κράτος [Minquiers & Ecrehoscase, Francev. United Kingdom, ICJ Reports 1953, individual opinion by Judge Levi Carneiro, 99].
   Ειδικότερα για τις νησίδες των Ιμίων, το νομικό τους καθεστώς καλύπτεται από το άρθρο 15, σύμφωνα με το οποίο περιέρχονται στην Ιταλία όλες οι “νυν” κατεχόμενες από αυτή νήσοι “μετά των εξ αυτών εξαρτωμένων”. Η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι, αφού οι νησίδες Ίμια βρίσκονται σε απόσταση 5.3 μιλίων από την Κάλυμνο, η οποία αναφέρεται ρητώς στο άρθρο 15 της Σύμβασης της Λωζάννης, αλλά μόνο σε απόσταση 3.8 μιλίων από την τουρκική ακτή, εμπίπτουν στην τουρκική δικαιοδοσία. Η παρατήρηση ότι η νησίδα Καλόλιμνος βρίσκεται πολύ κοντύτερα απορρίπτεται από την τουρκική πλευρά: η νησίδα δεν αναφέρεται στο άρθρο 15, συνιστά επομένως νησίδα “εξαρτώμενη” από κύριο νησί και έτσι τα Ίμια αποτελούν κατά την τουρκική εκτίμηση νησίδα εξαρτώμενη από νησίδα εξαρτώμενη -όπερ άτοπο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι παρόμοια επιχειρήματα βασισμένα αποκλειστικά στην εγγύτητα του νησιωτικού συμπλέγματος στην ηπειρωτική ακτή έχουν από μακρού χρόνου απορριφθεί στο Διεθνές Δίκαιο. Στη διαιτητική απόφαση για την υπόθεση του νησιού Palmas, ο διαιτητής Max Huber δήλωσε ότι:
   ...είναι αδύνατο να καταδειχθεί η ύπαρξη κανόνα θετικού διεθνούς δικαίου που να αποδεικνύει ότι νησιά που βρίσκονται εκτός των χωρικών υδάτων πρέπει να ανήκουν σε ένα κράτος εξαιτίας του απλού γεγονότος ότι η επικράτειά του συνιστά την ηπειρωτική περιοχή (terra firma) [Island of Palmas arbitration, 1928, UNRIAA, vol. 2: 854].
   Το επιχείρημα ασφαλώς παραβλέπει ότι σε κάθε περίπτωση οι νησίδες των Ιμίων βρίσκονται σε απόσταση 3.8 μιλίων από την τουρκική ακτή και άρα εκτός της τουρκικής ζώνης των 3 μιλίων που καθορίζει το άρθρο 12 της Συνθήκης της Λωζάννης.

Η Συμφωνία του 1932
  
Αν και ο τίτλος επί των νησιών του Αιγαίου Πελάγους και των Δωδεκανήσων ρυθμίστηκε από τη Συνθήκη της Λωζάννης, δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ιταλίας για τη χάραξη των συνόρων, με την εξαίρεση μίας περιορισμένης περιοχής τριών μιλίων στο δέλτα του ποταμού Έβρου [Πρωτόκολλο της Επιτροπής Χαράξεως των Χερσαίων Συνόρων, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 1926. Βλ. επίσης RGDIP1926, 319]. Η Ιταλία και η Τουρκία προσπάθησαν να προσδιορίσουν ένα τέτοιο σύνορο των μεταξύ τους εδαφών, πριν η Δωδεκάνησος επιστρέψει στην Ελλάδα -και κατά πάγιο κανόνα του Διεθνούς Δικαίου, οι συνθήκες περί κανονισμού συνόρων δεσμεύουν και τα διάδοχα κράτη.
   Στις 4 Ιανουαρίου 1932, η Τουρκία και η Ιταλία, έχοντας προηγουμένως υποβάλει τη σχετική διαφορά και στο Διεθνές Δικαστήριο Διαρκούς Δικαιοσύνης, συνήψαν συμφωνία σχετικά με την κυριότητα των περί το Καστελλόριζο νησίδων. Σημειώνεται ότι οι νησίδες αυτές δεν αναφέρονταν ρητά στο άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης και, αν και θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως εξαρτώμενες από το Καστελλόριζο, βρίσκονταν παρά ταύτα σε απόσταση μόλις δύο μιλίων από τις τουρκικές ακτές, οπότε κατά το άρθρο 12 ενέπιπταν στην τουρκική κυριαρχία. Τελικά, συμφωνήθηκε ότι οι νησίδες που βρίσκονταν σε κύκλο με ακτίνα από τον τρούλο της εκκλησίας του Καστελορίζου μέχρι το ακρωτήρι Στέφανο ανήκαν στην Ιταλία μαζί με τις νησίδες Αγ. Γεώργιος, Δραγονέρα, Ρως και Στρογγύλη. Η συμφωνία επικυρώθηκε κανονικά από τα μέρη και κατατέθηκε στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών.
   Την ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία αυτή οι αντιπρόσωποι των δύο μερών αντάλλαξαν επιστολές με σκοπό την οριοθέτηση όλης της περιοχής της Δωδεκανήσου (τα κείμενα των δύο επιστολών βρίσκονται στο διαδίκτυο στη διεύθυνση: http://www.hri.org). Ως αποτέλεσμα, τα δύο μέρη συμφώνησαν το Δεκέμβριο 1932 σε μία γραμμή 37 σημείων που οριοθετεί τις επικράτειες των δύο χωρών. Το σημείο 30 της γραμμής αυτής περνά “à moitié distanceentreKardak (Rks.) etKatoI. (Anatolie)” [=στην ίση απόσταση μεταξύ της νησίδας Καρντάκ (Ρόδος) και της νήσου Κάτω (Ανατολία)].
   Η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής αμφισβητείται σθεναρά από την τουρκική πλευρά, η οποία τη θεωρεί απλό μνημόνιο περί περαιτέρω συνομιλιών, χωρίς νομική ισχύ. Προς επίρρωση των ισχυρισμών αυτών, σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με τη συμφωνία του Ιανουαρίου, το κείμενο του Δεκεμβρίου 1932 δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών κατά παράβαση του άρθρου 18 του Καταστατικού της (κατά το άρθρο 18 του Καταστατικού της Κοινωνίας των Εθνών, η παράλειψη δημοσίευσης επιφέρει ακυρότητα της υπ’όψιν σύμβασης).
   Η ελληνική πλευρά, αντιθέτως, επισημαίνει ότι το κείμενο του Δεκεμβρίου 1932 αποτελεί “συστατικό στοιχείο της αρχικής συμφωνίας” του Ιανουαρίου 1932 και επομένως ακολουθεί την τύχη της πρώτης. Καμμία άρα ανάγκη δεν υπήρχε να κατατεθεί και το κείμενο αυτό στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών και σε κάθε περίπτωση η Τουρκία ως συμβαλλόμενο μέρος υπείχε συμβατική υποχρέωση, ως εκ της συμμετοχής της στην Κοινωνία των Εθνών, να το πράξει. Η ζημία που προεκλήθη έτσι από τις δικές της παραλείψεις δεν μπορεί να προβληθεί έναντι της Ελλάδος, που συνιστά τρίτο μέρος έναντι της συγκεκριμένης συμφωνίας -αρχή που έχει συχνά επιβεβαιωθεί στη διεθνή νομολογία [The Montijo case, Colombia v. USA, 1875, International Arbitration, vol. 2, 1898, 1437; South-Eastern Greenland case, PCIJ series A/B, no. 53, 1933: 95].

Γράφουν οι:
Γιώργος Τσακίρης
Πάρις Καρβουνόπουλος
Μάκης Πολλάτος
Δήμος Βερύκιος





Αρχή Σελίδας
ΕΑΣ


 

©2010 diplomatia.gr - Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, μεταβίβαση, διανομή ή αποθήκευση μέρους ή του συνόλου
του περιεχομένου σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του νομικού τμήματος του diplomatia.gr


 
web design & web development web marketing