Τα ζητήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο έντονων αγώνων και κοινωνικών διεκδικήσεων του μεταναστευτικού κινήματος και των κοινωνικών φορέων του τόπου μας.
Η επικείμενη απώλεια της «μονοπωλιακής θέσης» του «δικαίου του αίματος» συνιστά, πράγματι, ένα πολιτισμικό σοκ σε βάρος της κυρίαρχης μέχρι τώρα θεώρησης. Η πολιτική λογική που ήθελε τα παιδιά των μεταναστών, όπως και τους γονείς τους, να ζουν σε ένα καθεστώς διακρίσεων και αβεβαιότητας χωρίς πολιτικά δικαιώματα στη χώρα μας, ανατρέπεται. Έστω και καθυστερημένα, έστω και με πολλούς περιορισμούς, η ελληνική πολιτεία αντιμετωπίζει το πρόβλημα στη σωστή κατεύθυνση και ελπίζουμε ότι θα υπάρξει συνέχεια, ώστε η αναγνώριση των δικαιωμάτων και η ουσιαστική φροντίδα για όλα τα παιδιά που ζουν στη χώρα μας να γίνει πραγματικότητα.
Μάλιστα, η χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών συνάδει με τον σεβασμό των όρων της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ, την οποία η χώρα μας έχει υπογράψει από το 1992 αλλά της οποίας η εφαρμογή απέχει πολύ ακόμη από το να είναι ικανοποιητική. Ο σεβασμός στα δικαιώματα των παιδιών ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, κοινωνικής καταγωγής, γλώσσας ή θρησκείας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση δημοκρατικής λειτουργίας μιας κοινωνίας.
Όμως μια προσεκτικότερη μελέτη των προτεινόμενων λύσεων δείχνει ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο ενθαρρυντικά όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.
Όταν κατά τα προηγούμενα χρόνια όλες οι κυβερνήσεις έχουν φροντίσει με περισσό ζήλο όχι μόνο να κρατούν πεισματικά κλειστές τις στρόφιγγες της νομιμοποίησης αλλά και να διατηρούν αλώβητο εκείνο ακριβώς το θεσμικό πλαίσιο που διευκολύνει τη μετάβαση από τη νομιμότητα στην παρανομία (όπως π.χ. σύνδεση ανανέωσης άδειας διαμονής με αριθμό ενσήμων), τότε είναι φανερό ότι έχουν ήδη δημιουργηθεί όλοι οι αποτρεπτικοί όροι που θα εμποδίσουν πάρα πολλούς μετανάστες ενταγμένους στην ελληνική κοινωνία να επωφεληθούν από τις νέες ρυθμίσεις, αφού η απονομή ιθαγένειας των παιδιών τελεί σε συνάρτηση με το «νόμιμο καθεστώς» των γονέων.
Πέρα από το γεγονός ότι το τυπικό στοιχείο της κατοχής ή μη μιας νόμιμης άδειας διαμονής –και μάλιστα επί πενταετία– δεν μπορεί να είναι καθοριστικό ως κριτήριο πραγματικής και ουσιαστικής ένταξης γονέων και τέκνων στην ελληνική κοινωνία, είναι ηλίου φαεινότερον ότι τα τέκνα «μη νόμιμων» γονέων υφίστανται μια έμμεση κύρωση για την οποία τα ίδια δεν φέρουν απολύτως καμία ευθύνη, όπως πιθανότατα δεν ευθύνονται καν οι γονείς καθώς απουσιάζει επιδεικτικά ένα διαρκές σύστημα ανοιχτής διαδικασίας νομιμοποίησης που θα οδηγούσε σε βασική επίλυση προβλημάτων των μεταναστών, αλλά και της κοινωνίας υποδοχής (π.χ. επ’ ωφελεία των εσόδων του ασφαλιστικού συστήματος).
Εξάλλου, υπάρχει ήδη σαφής υπαναχώρηση σε σχέση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις, καθώς η τριετία σχολικής φοίτησης έγινε εξαετία, αποκλειστικά και μόνο προς άμβλυνση πιθανών αντιδράσεων, ενώ το δικαίωμα ψήφου χορηγείται –κυριολεκτικά με το σταγονόμετρο– σε έναν πολύ μικρό αριθμό αλλοδαπών, ενώ θα έπρεπε να δίδεται σε όλους όσοι συμπληρώνουν την πενταετία, δίχως άλλη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά την πολιτογράφηση, θα μπορούσε να διατυπωθεί η άποψη ότι οι νέες διατάξεις φέρνουν έναν αέρα στοιχειώδους νεωτερικότητας μέσα σε μια έρημο απολυταρχίας (π.χ. ως προς την αιτιολογία των αποφάσεων απόρριψης). Το εάν όμως θα πρέπει ή όχι να πανηγυρίζει κανείς για τον θρίαμβο του «αυτονόητου» σχετίζεται αναπόφευκτα με τον βαθμό ωριμότητας των γενικότερων συνθηκών.
Υποστηρίζουμε, δηλαδή, ότι σήμερα θα ήταν απολύτως ρεαλιστική, υπό προϋποθέσεις, μια κάμψη της αρχής της απόλυτης διακριτικής ευχέρειας και εξουσίας που διαθέτει ένα κυρίαρχο κράτος ως προς την απονομή ιθαγένειας σε αλλοδαπούς πολίτες προς όφελος της αρχής σεβασμού και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ιδίως εάν είναι ιδιαίτερα μεγάλη η χρονική διάρκεια κατά την οποία ένας αλλοδαπός έχει ζήσει στην Ελλάδα. Αυτό θα σήμαινε θέσπιση «δέσμιας αρμοδιότητας» της Διοίκησης για καταρχήν υποχρεωτική αποδοχή, εκ μέρους της, όλων των αιτήσεων κτήσης ιθαγένειας ενηλίκων μετά την πάροδο ενός μεγάλου αριθμού ετών διαμονής στη χώρα, πλην ειδικών εξαιρέσεων.
Οι μισαλλόδοξες φωνές του ΛΑΟΣ αλλά και της Ν.Δ. του κ. Σαμαρά που σπέρνουν τον φόβο και την κινδυνολογία για την αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας στηρίζονται στην παραπληροφόρηση και στον πανικό.
Αυτό που αποκρύπτουν όμως είναι ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της Ε.Ε. που δεν προβλέπει ειδική ρύθμιση για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς ώστε να έχουν τη δυνατότητα να γίνουν Έλληνες πολίτες. Ο ΣΥΡΙΖΑ προσδοκά ουσιαστικές βελτιώσεις του νομοσχεδίου, που θα διευκολύνουν την εφαρμογή του στην πράξη και θα τακτοποιήσουν το εύθραυστο καθεστώς χιλιάδων παιδιών που διαμένουν πολλά χρόνια στη χώρα χωρίς νομιμοποίηση ή των αιτούντων άσυλο.
Καθένας μας πρέπει να στηρίξει αυτή την προσπάθεια. Με το δικαίωμα ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών αποκτούν πιο ουσιαστικό νόημα τα πολιτικά δικαιώματα των παιδιών μας. Τα δικαιώματα οδηγούν σε ισοτιμία, διάλογο, πολιτική και κοινωνική συμμετοχή.
Τα δικαιώματα οδηγούν σε μια κοινωνία πιο δίκαιη και δημιουργική. Ας συζητήσουμε πειστικά με όσους καλόπιστα φοβούνται. Ας οργανώσουμε μια συζήτηση με φίλους, με συναδέλφους, στα σχολεία μας, στα στέκια που συχνάζουμε και παράλληλα ας μην αφήσουμε τα ρατσιστικά και ξενόφοβα επιχειρήματα να μολύνουν την κοινωνία μας.






