Σχεδόν 4 μήνες συμπληρώνονται από την 4η Οκτωβρίου και η χώρα δείχνει να βρίσκεται όχι πια στην ίδια, αλλά σε... χειρότερη κατάσταση. Καθημερινώς πλέον τα ελληνικά επιτεύγματα αποτελούν αντικείμενο διεθνούς χλεύης.
Μοιάζει εξαιρετικά εύκολο να ψέξει κάποιος την κυβέρνηση. Όμως το μέτρο της αξιοπιστίας και της σοβαρότητας μια χώρας δίδεται όχι μόνο από την κυβέρνηση, αλλά και από την αντιπολίτευση. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι για τα λάθη της «πράσινης διακυβέρνησης» να ευθύνονται άλλοι είναι απόσταση τεράστια...
Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν βρει ως επιχείρημα για τον αρνητικό απολογισμό των πρώτων μηνών το κλασικό –και αναλλοίωτο σε βάθος χρόνου- επιχείρημα: «παραλάβαμε καμένη γη». Και σκέπτεται κάποιος: ακόμη και καμένη να ήταν η γη, τόσα χρόνια που αλλάζει κληρονόμους θα είχε ανθήσει....
Το κεντρικό πολιτικό επιχείρημα της κυβέρνησης –έτσι όπως συνοψίζεται στην «καμένη γη» και την «κληρονομιά των προηγούμενων»- δεν είναι πρωτόγνωρο. Κι αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη, μέχρι στιγμής, απογοήτευση από την κυβέρνηση του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Μιας κυβέρνησης που προεκλογικά, αλλά και τις πρώτες ημέρες ανάληψης της εξουσίας, δημιούργησε συνθήκες ευφορίας αλλά και ελπίδες ανατροπής των κατεστημένων πολιτικών αντιλήψεων. Πλην όμως, όπως αποδεικνύεται, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Όπως και στην περίπτωση Ομπάμα, έτσι και στην περίπτωση της κυβέρνησης Παπανδρέου –στο μέτρο βεβαίως της αναλογίας- η μεγαλύτερη αποτυχία είναι η διάψευση των προσδοκιών και της ελπίδας.
«Η απογοήτευση είναι ένα είδος χρεοκοπίας. Χρεοκοπίας επειδή ξοδεύουμε πολλά σε ελπίδες και προσδοκίες» λέει ο Αμερικανός συγγραφέας Eric Hoffe. Όντως, η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι κάτι που μπορεί να φοβίσει την Ελλάδα. Είναι τόσοι πολλοί που έχουν πάσης φύσεως συμφέροντα από τη χώρα που δεν θα την αφήσουν να περιέλθει σε αυτή την κατάσταση. Άλλωστε, μια χώρα ευάλωτη σε πιέσεις είναι πολύ προτιμότερη από μια χώρα που έχει παραδοθεί στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο...
Τα κυριότερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι τέσσερα. Και είναι αυτά που δεν αφήνουν περιθώρια πολιτικής ελπίδας:
Η επικράτηση ενός «νέου επικοινωνισμού». Δεν μπορεί σαφώς να περάσει απαρατήρητη η φιλότιμη προσπάθεια της κυβέρνησης να φανεί «αρεστή» -τουλάχιστον στα λόγια- υιοθετώντας μια φιλολαϊκή ρητορική που χαϊδεύει τα ταλαιπωρημένα από τη διακυβέρνηση της Ν.Δ. αφτιά και μάτια των πολιτών. Αναφορές όπως «δεν είμαστε οι απολογητές της εξουσίας», αλλά και η εν γένει «αντιεξουσιαστική»-αντισυμβατική διάθεση που επιδεικνύεται, μπορεί να προσφέρει στιγμές «πολιτικής απόλαυσης», αλλά δεν εξασφαλίζει κάποιο πρακτικό όφελος για τους πολίτες. Σε πολλές περιπτώσεις οι εντυπώσεις –όπως π.χ. τα ανοιχτά υπουργικά συμβούλια, ή οι προσκλήσεις σε αυτά εξωκοινοβουλευτικών προσώπων- υπερτερούν της ουσίας.
Παράμετρος αυτού του «νέου επικοινωνισμού» είναι η «αντικομφορμιστική» διάθεση που τείνει να γίνει κυρίαρχη πολιτική συμπεριφορά στην κυβέρνηση. Οι διακηρύξεις π.χ. περί μείωσης του στόλου των κρατικών αυτοκινήτων ή η αντικατάστασή τους από μη ρυπογόνα ή ο περιορισμός της σπατάλης στο Δημόσιο και η περιστολή των δαπανών ήταν εξαίσιες διακηρύξεις οι οποίες όμως έμειναν τέτοιες. Διακηρύξεις...
Σημαντικό στοιχείο στη συμπεριφορά της κυβέρνησης είναι η απουσία λογοδοσίας. Η ανυπαρξία αντιπολίτευσης δημιουργεί την ψευδαίσθηση πολιτικής ηγεμονίας. Τα πολιτικά κόμματα στη χώρα μας διαπράττουν ένα λάθος, το οποίο είναι θεμελιώδες και σε δυο περιπτώσεις στη σύγχρονη Ιστορία –τελευταία κυβέρνηση Σημίτη και τελευταία κυβέρνηση Καραμανλή- τους στοίχισε την απώλεια της εξουσίας. Οι κυβερνήσεις εμφανίζονται να δουλεύουν ή να παράγουν έργο κι επειδή δεν ακούν να αρθρώνεται δομημένος αντίλογος από μια συγκροτημένη αντιπολίτευση θεωρούν ότι βαδίζουν καλώς ή εν πάση περιπτώσει νιώθουν ασφαλείς. Με αποτέλεσμα να πέφτουν σε λήθαργο. Μέχρι τη στιγμή που ένα όντως τυχαίο γεγονός θα φέρει στην επιφάνεια τη σωρευμένη αντίδραση, η οποία και εν τέλει λειτουργεί καταλυτικά για την ανατροπή της κατάστασης. Κι όμως τα μηνύματα πάντα τα στέλνει η κοινωνία πολύ νωρίτερα... Έτσι κι αλλιώς είναι κοινός τόπος ότι η κοινωνία είναι πολύ πιο μπροστά από τα κόμματα. Άρα υπάρχει μια πολύ κρίσιμη μάζα πολιτών η οποία εκπέμπει «σήματα κινδύνου» στην εξουσία, πολύ πριν η αντιπολίτευση –αν υπάρχει- αντιληφθεί τι ακριβώς συντελείται στην κοινωνία. Αυτή η κρίσιμη μάζα συγκροτεί την «κοινωνική αντιπολίτευση», η οποία παρακολουθεί, καταγράφει, αξιολογεί κι εν συνεχεία αντιδρά σε ό,τι συμβαίνει στον δημόσιο βίο.
Συνωμοσία της σιωπής. Υπάρχει μια ιδιότυπη «ομερτά» ανάμεσα στην κυβέρνηση –και πιο συγκεκριμένα σε ορισμένα μέλη της κυβέρνησης- και στα ΜΜΕ. Ενώ τα λάθη, οι παλινωδίες και οι αβελτηρίες είναι κάτι περισσότερο από ορατά, εντούτοις υπάρχει κλίμα απάθειας και ανοχής. Προφανώς σε αυτό συντείνει όχι μόνο η απουσία ουσιαστικής αντιπολίτευσης, αλλά –κυρίως- η επιθυμία των πολιτών να δοθούν άμεσα και αποφασιστικά αποτελεσματικές απαντήσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ακόμη και προεκλογικά φαινόταν ότι δεν είχε πρόγραμμα. Πλην όμως έδειχνε ότι είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα: μπορούσε να εμπνεύσει ελπίδα και να δημιουργήσει προσδοκία. Τώρα που απώλεσε αυτό το πλεονέκτημα σε τι μπορεί να ελπίσει κάποιος;
Προφανώς σε τίποτε άλλο παρά στην επιστροφή στην πολιτική. Όσο σκληρή κι αν είναι. Δεν τίθεται πια θέμα επιλογής. Είναι θέμα επιβίωσης. Όχι της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, αλλά της χώρας...





