Κόντρα στις μεγάλες δυσκολίες που δημιουργεί η κρίση, καμία μεγάλη ελληνική τράπεζα δεν εξετάζει την προοπτική σημαντικής μείωσης της παρουσίας της σε κάποια χώρα, πολύ δε περισσότερο οριστικής εγκατάλειψής της. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν στη «Δ» ότι η εγκατάλειψη της περιοχής θα είχε σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για τις τράπεζες αλλά ευρύτερα για το ελληνικό επιχειρείν και εν τέλει την εγχώρια οικονομία. Η δυναμική επέκταση των τραπεζών στην περιοχή τα προηγούμενα χρόνια άνοιξε τον δρόμο σε εκατοντάδες μικρές και μεγάλες εγχώριες εταιρείες να επεκταθούν ή να εξάγουν τα προϊόντα τους σε νέες αγορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ), στις χώρες της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης λειτουργούν περισσότερες από 8.000 ελληνικές επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων πραγματοποιούν εκεί άνω του 20% του συνολικού τους τζίρου. Οι εν λόγω χώρες είναι από τους σημαντικότερους οικονομικούς εταίρους της Ελλάδας, δεδομένου ότι το 27% των ελληνικών εξαγωγών κατευθύνεται στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης με μακροπρόθεσμο ορίζοντα και με ισχυρά αυξανόμενο ρυθμό, έναντι μόλις 4% των εξαγωγών μας προς τις ΗΠΑ. Τέλος, ένα σημαντικό τμήμα της τουριστικής δραστηριότητας στη χώρα μας, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, προέρχεται από κατοίκους των εν λόγω χωρών. Στελέχη τραπεζών υπογραμμίζουν σε κάθε ευκαιρία ότι η επέκταση στη Βαλκανική χερσόνησο αποτελεί επένδυση στρατηγικού χαρακτήρα και όχι μια περιστασιακή κίνηση με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Η επέκταση στις νέες αυτές αγορές κόστισε στις τράπεζες πολλά χρήματα, πολύ χρόνο, ενώ απασχόλησε και απασχολεί σημαντικούς ανθρώπινους πόρους. Στο τέλος του 2008 οι εγχώριες τράπεζες είχαν αναπτύξει στις χώρες της περιοχής ένα σύνολο ενεργητικού 53,3 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί στο 14% του συνολικού ενεργητικού του ελληνικού πιστωτικού συστήματος, ένα δίκτυο με περισσότερα από 3.500 καταστήματα στο οποίο απασχολούνται 40.000 περίπου εργαζόμενοι. «Όλα αυτά χτίστηκαν με πολύ κόπο, μεγάλο κόστος και η αποχώρηση με την πρώτη δυσκολία θα ήταν καταστροφική μακροπρόθεσμα για τις τράπεζες, καθώς θα στερούσε τον φυσικό χώρο μεγέθυνσης για τα επόμενα χρόνια» τονίζει στέλεχος τράπεζας. Έτσι, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές, οι εγχώριες τράπεζες δεν έχουν προχωρήσει ούτε σε μείωση προσωπικού ούτε σε κλείσιμο καταστημάτων στις αγορές όπου δραστηριοποιούνται, τουλάχιστον σε μεγάλη κλίμακα. Έχουν πραγματοποιηθεί μικρής μόνο κλίμακας κινήσεις μείωσης καταστημάτων, ενώ η κύρια προσπάθεια εστιάζεται στον περιορισμό των λειτουργικών εξόδων. Εδώ και αρκετούς μήνες οι τράπεζες έχουν προχωρήσει στην επαναδιαπραγμάτευση των ενοικίων των καταστημάτων, στον αποτελεσματικότερο έλεγχο των προμηθειών, στη μείωση των δαπανών διαφήμισης και προβολής καθώς και στον δραστικό περιορισμό των bonus και άλλων έκτακτων αμοιβών, ενέργειες που έχουν οδηγήσει στη σημαντική μείωση των λειτουργικών εξόδων. Η προσπάθεια αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη και ήδη αποδίδει σημαντικά θετικά αποτελέσματα ενώ σύμφωνα με τα επιτελεία των τραπεζών υπάρχουν περαιτέρω περιθώρια μείωσης των δαπανών.
Επιπλέον οι εξελίξεις στις οικονομίες της περιοχής δεν είναι τόσο άσχημες όσο προβλεπόταν, ενώ τα σενάρια καταστροφής που μετέδιδαν ξένοι οίκοι διαψεύστηκαν. Σε πρόσφατη μελέτης της Eurobank EFG για τις οικονομίες της περιοχής υπογραμμίζεται το συμπέρασμα ότι, παρά τη σημαντική πίεση που δέχθηκαν, οι οικονομίες της Νέας Ευρώπης δεν κατέρρευσαν. «Οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι έχουν υποχωρήσει χάρη στην παρέμβαση των διεθνών οργανισμών και της Ε.Ε., γεγονός που αυξάνει την αισιοδοξία ότι η παρούσα κρίση δεν θα αναχαιτίσει τη διαδικασία σύγκλισης των οικονομιών αυτών με την υπόλοιπη Ευρώπη, που καλούνται να αντιμετωπίσουν με συνέπεια και ορθό σχεδιασμό τις μεσομακροπρόθεσμες προκλήσεις της παγκόσμιας κρίσης» σημειώνεται στη μελέτη.
Επιπλέον η προοπτική οικονομικής ενίσχυσης ορισμένων χωρών της Βαλκανικής από το ΔΝΤ τονώνει τις προσδοκίες για ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή και πειθαρχημένη διαχείριση. Έτσι οι τράπεζες σφίγγουν τα δόντια, στηρίζουν με όλες τους τις δυνάμεις τις θυγατρικές τους και ελπίζουν στην ομαλοποίηση της κατάστασης, στην έξοδο από το τούνελ της κρίσης και σε επόμενο στάδιο στην ανάκαμψη των οικονομιών των χωρών της περιοχής. Παρ’ όλα αυτά η πορεία δεν θα είναι εύκολη και οι δυσκολίες που έχουν να διαχειριστούν οι τράπεζες είναι μεγάλες. Οι επιτελείς των τραπεζών αναγνωρίζουν ένα σοβαρό στρατηγικό πρόβλημα των χωρών της περιοχής: το μεγάλο χάσμα μεταξύ αποταμιεύσεων (οι οποίες είναι απογοητευτικά χαμηλές) και επενδύσεων. Η έκρηξη των επενδύσεων στα χρόνια της ευφορίας (που τροφοδότησαν και την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη των χωρών της περιοχής) γινόταν μέσω άμεσων ξένων επενδύσεων και τραπεζικού δανεισμού, όμως και οι δύο αυτές πηγές στέρεψαν εξαιτίας της κρίσης.
Στελέχη τραπεζών αναγνωρίζουν ότι το μοντέλο ανάπτυξης των χωρών της περιοχής τα προηγούμενα χρόνια χαρακτηριζόταν από σοβαρές ανισορροπίες, οι οποίες είναι φυσικό να έχουν περάσει και στο τραπεζικό σύστημα και κατ’ επέκταση και στις θυγατρικές των εγχώριων τραπεζών. Προσθέτουν ότι σταδιακά θα πρέπει να αποκατασταθεί η ισορροπία στις τοπικές αγορές και στο τραπεζικό σύστημα. Στο περιβάλλον αυτό οι εγχώριες τράπεζες θα πρέπει να αναδείξουν μια νέα στρατηγική ανάπτυξης, η οποία να βασίζεται σε περισσότερο παραδοσιακά μοντέλα, δηλαδή μιας ισόρροπης ανάπτυξης δανείων - αποταμιεύσεων.






