Διεθνείς οικονομικές σχέσεις και διπλωματία
Τετάρτη 08 Σεπτεμβρίου 2010
 
Αναζήτηση:
Bookmark This Page | Site Map
Αρχική > Αναζήτηση ανα Κατηγορία


ΛΟΥΚΗΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ

Εγγύηση η Χάγη!

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Η ΠΡΟΣΦΥΓΗ

Συνέντευξη στο Δημήτρη Κωνσταντακόπουλο



Τους λόγους που εμπιστεύεται το Διεθνές Δικαστήριο, αλλά και την αναγκαιότητα προσφυγής της Ελλάδας στην Χάγη, αναλύει ο Κύπριος δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πρόεδρος του Διεθνούς Συνδέσμου για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κύπρο, κος Λουκής Λουκαΐδης
Ο Κύπριος δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πρόεδρος του Διεθνούς Συνδέσμου για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κύπρο, κος Λουκής Λουκαΐδης
Ο Κύπριος δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πρόεδρος του Διεθνούς Συνδέσμου για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κύπρο, κος Λουκής Λουκαΐδης
   Τελευταίως προτείνεται και συζητείται η παραπομπή εν όλω ή εν μέρει των διαφορών Ελλάδας-Τουρκίας για το Αιγαίο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ποια είναι επ’ αυτού η γνώμη σας;

   Για μία φιλειρηνική και πολιτισμένη χώρα, όπως είναι η Ελλάδα, πιστεύω ότι, εφόσον αποδείχθηκε ότι η συνεχής προβληματική και επικίνδυνη κατάσταση που υπάρχει με την Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απευθείας συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών, η μόνη άλλη προσφερόμενη διαδικασία είναι η προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστικό όργανο που έχει ιδρυθεί ακριβώς για τέτοια αδιέξοδα.

   Κατά καιρούς έχουν εκφρασθεί σοβαρές επιφυλάξεις ή και επικρίσεις για το ρόλο της διεθνούς δικαιοσύνης, ιδίως σε περιπτώσεις εκδίκασης θεμάτων μείζονος πολιτικής σημασίας. Ενδεικτικά αναφέρω τη σχετική ακαδημαϊκή συζήτηση (π.χ. Ε. Posner, M. de Figueiredo, "Is the International Court of Justice Politically Biased?", International Law Workshop, University of California, 2004, paper 1, E. Posner, "The Decline of the International Court of Justice, The Law School, University of Chicago, Dec. 2004), τις πρόσφατες επικρίσεις για τη στάση του Ειδικού Διεθνούς Δικαστηρίου για τη Γιουγκοσλαβία ή την απόρριψη από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εγκλήσεως σειράς ελληνικών οργανώσεων για την εισβολή στο Ιράκ. Θεωρείτε ότι, λαμβανομένων υπ' όψιν αυτών των κριτικών, είναι σώφρον για μία χώρα να εναποθέσει στην κρίση της διεθνούς δικαιοσύνης θέματα εδαφικής κυριαρχίας (γκρίζες ζώνες) και ασφάλειας (στρατιωτικοποίηση νήσων), που συνδέονται όμως εκ των πραγμάτων με όλα τα υπόλοιπα;

   Το ζήτημα κατά πόσο είναι σώφρον για μία χώρα να εναποθέσει στην κρίση της διεθνούς δικαιοσύνης οποιοδήποτε πρόβλημα της με άλλη χώρα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. Κατ’αρχήν, εξαρτάται από τους κινδύνους που δημιουργεί η εκκρεμότητα του προβλήματος και από τη δυνατότητα δίκαιης και αποτελεσματικής επίλυσης του με επίδειξη καλής θέλησης και λογικής με βάση μία άλλη διαδικασία. Εξαρτάται βέβαια και από το κατά πόσον το αρμόδιο όργανο της διεθνούς δικαιοσύνης μπορεί να ενεργήσει με αμεροληψία και να εφαρμόσει αντικειμενικά το δίκαιο. Στη περίπτωση των προβλημάτων ή των διαφορών Ελλάδας-Τουρκίας για το Αιγαίο οπωσδήποτε η εκκρεμότητά τους είναι πηγή συνεχούς έντασης μεταξύ των δύο χωρών και εγκυμονεί κινδύνους συγκρούσεων και διατάραξης της ειρήνης. Οπωσδήποτε, είναι μόνιμη φθοροποιός αιτία για τα συμφέροντα και των δυο χωρών. Επίσης, είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μία μεταξύ τους απευθείας συνεννόηση. Ούτε προσφέρεται άλλη εξωδικαστική αποτελεσματική διαδικασία. Η μόνη λοιπόν εναλλακτική λύση στη συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστικό όργανο που να έχει τα εχέγγυα αμεροληψίας. Πιστεύω ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για μία αντικειμενική λύση με βάση το διεθνές δίκαιο. Τα θεσμικά εχέγγυα, η λειτουργία του δικαστηρίου αυτού και η παρούσα σύνθεση του εγγυούνται τη λύση αυτή. Η δικαίωση της Νικαράγουα από το Δικαστήριο στην υπόθεσή της εναντίον της παντοδύναμης χώρας των Η.Π.Α. και η πρόσφατη γνωμάτευση του ιδίου δικαστηρίου σε βάρος του Ισραήλ για το θέμα του τείχους αποδεικνύουν ότι το δικαστήριο έχει την ακεραιότητα, την τόλμη και τη δυνατότητα να υιοθετεί δίκαιες λύσεις προς όφελος των αδυνάτων και σε βάρος των δυνατών.

   Οι επιφυλάξεις που εκφράζετε στην ερώτηση σας δε διαφοροποιούν τη θέση μου, διότι τα στοιχεία που αναφέρουν οι σχετικές επικρίσεις και οι μέθοδοι που υιοθετούν στερούνται επιστημονικής πειστικότητας. Πέραν τούτου, οι αρνητικές ενδείξεις που επικαλούνται δεν έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση και τις χώρες που εμπλέκονται στη περίπτωση που εξετάζουμε. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι κάποιες στατιστικές δείχνουν ότι οι δικαστές επιδεικνύουν τάση να υποστηρίζουν τη χώρα τους, όταν αυτή είναι διάδικος. Όμως, Τούρκος δικαστής δεν υπάρχει στο δικαστήριο της Χάγης. Επικρίσεις μπορεί να υπάρξουν για οποιοδήποτε δικαστικό σύστημα. Αυτό όμως δεν αρκεί για να πλήξει την αμεροληψία του, εφόσον οι επικρίσεις δεν πείθουν. Από την άλλη, το ειδικό διεθνές δικαστήριο για τη Γιουγκοσλαβία είναι εντελώς άσχετο με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης τόσο από απόψεως συστάσεως του θεσμού, όσο και από απόψεως συνθηκών και όρων λειτουργίας του. Ούτε οι εγκλήσεις των ελληνικών οργανώσεων για την εισβολή στο Ιράκ στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που δεν προωθήθηκαν από τον εισαγγελέα, μπορούν να θεωρηθούν σχετικές με την αμεροληψία του Δικαστηρίου της Χάγης.

   Στη δικαιοσύνη δεν προσφεύγουμε μόνο για κάτι που πιστεύουμε πως δικαιούμαστε, αλλά και για να προστατευτούμε από κάποιον, ο οποίος μας παρενοχλεί με διαφόρους τρόπους σε σχέση με απαράδεκτες, αβάσιμες ή αυθαίρετες αξιώσεις του, και αυτό γίνεται πιο σαφές προκειμένου για ένα κράτος που παρενοχλεί τη χώρα μας συνεχώς σε σχέση με κάποιες απαιτήσεις του με εχθρικές και επικίνδυνες για την ειρήνη και την ασφάλεια της χώρας μας ενέργειες που δεν κατορθώνουμε μάλιστα να αποτρέψουμε. Η προσφυγή στο δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις έχει σκοπό τον τερματισμό των παρενοχλήσεων και του κίνδυνου που συνεπάγονται αυτές με τη δικαστική απόρριψη των σχετικών αξιώσεων. Είναι προτιμότερο να συνεχίζει στο διηνεκές η ένταση και ο κίνδυνος για λόγους, ας πούμε, ενός παρεξηγημένου γοήτρου;

   Σύμφωνα με τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου, η έννοια της «διαφοράς» (dispute) συνίσταται σε «διαφωνία σε σχέση με νομικά ή πραγματικά ζητήματα, σύγκρουση νομικών απόψεων ή συμφερόντων μεταξύ δύο χωρών». Συνεπώς, ο όρος είναι αρκετά ευρύς έτσι που να καλύπτει και την κατάσταση που υπάρχει μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

   Η Ελλάδα έχει χωρικά ύδατα έξι μιλίων και δικαίωμα επέκτασης στα δώδεκα. Με δεδομένη και τη νομολογία του Δικαστηρίου (π.χ. υπόθεση Κατάρ/Μπαχρέιν), αλλά και την επιδίωξη οριστικής, και όχι προσωρινής, ρύθμισης, τυχόν προσφυγή άνευ προηγουμένης επεκτάσεως δε συμπαρασύρει και το δικαίωμα επεκτάσεως, μονιμοποιώντας τα χωρικά ύδατα στο προ της προσφυγής εύρος τους;

   Εφόσον δε γίνεται καμία παραδοχή πριν ή κατά την καταχώριση της προσφυγής στο Δικαστήριο που να περιορίζει τα δικαιώματα που διεκδικεί η Ελλάδα, το γεγονός ότι δεν τα ασκεί πριν από την προσφυγή δε συνεπάγεται οποιαδήποτε κατάργηση ή μείωση τους. Σημασία έχει πώς διατυπώνεται το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου.

   Δεδομένου ότι τα νομικά δικαιώματα Ελλάδας και Τουρκίας μεταβάλλονται άρδην ανάλογα με το εύρος των χωρικών υδάτων της Ελλάδας που σήμερα είναι έξι, μπορούν όμως να επεκταθούν στα δώδεκα, ποιο το νόημα της παραπομπής στη Χάγη των διαφορών για το Αιγαίο, προτού επεκταθούν τα ελληνικά χωρικά ύδατα;

   Η χρησιμότητα παραπομπής στη Χάγη των διαφορών για το Αιγαίο, προτού επεκταθούν τα ελληνικά χωρικά ύδατα, είναι ο καθορισμός και η επιβεβαίωση με δεσμευτική απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου των δικαιωμάτων της Ελλάδας, αποκλείοντας έτσι συγκρουσιακές «λύσεις» και οπωσδήποτε εξασφαλίζοντας την επίσημη σφραγίδα της διεθνούς κοινότητας ως προς την επιβαλλόμενη δίκαιη λύση. Ο σχετικός κανόνας του Διεθνούς Δικαίου προβλέπει για δικαίωμα επέκτασης χωρικών υδάτων μέχρι 12 μίλια, αφήνοντας περιθώριο για επεκτάσεις κάτω των 12 μιλίων σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται προσαρμογές ανάλογα με τις γεωγραφικές ιδιομορφίες αντικείμενων χωρών με βάση την αρχή της ίσης απόστασης και των σχετικών παραμέτρων της.

   Η Ελλάδα επέμεινε στον πλήρη εξοπλισμό των νησιών μετά την εισβολή στην Κύπρο και με δεδομένη την ύπαρξη αποβατικής στρατιάς απέναντί τους. Από νομικής πλευράς, πόσο ισχυρή θεωρείτε την επίκληση της πραγματικής κατάστασης και του δικαιώματος αυτοάμυνας έναντι των προνοιών της Λωζάννης;

   Σύμφωνα με το Δίκαιο των Συνθηκών, μία ουσιαστική αλλαγή της πραγματικής κατάστασης, βάσει της οποίας συνάφθηκε μία διεθνής συνθήκη, μπορεί να δικαιολογήσει νομικά αναστολή του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων ενός συμβαλλόμενου κράτους έναντι του άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Ειδικότερα, εάν αυτή η αλλαγή ισοδυναμεί με παραβίαση όρων της συνθήκης από το άλλο κράτος. Το πραγματικό υπόβαθρο, ο σκοπός και το γράμμα της Συνθήκης αυτής επέβαλλαν προστασία των Ελλήνων κατοίκων της Τουρκίας και απέκλειαν επιθετικές πράξεις της Τουρκίας έξω από τα σύνορα της ως και την προσπάθεια επανάκτησης της Κύπρου, η οποία σύμφωνα με την ίδια Συνθήκη αφαιρέθηκε από την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τριανταδύο χρόνια παράνομης κατοχής της Κύπρου από την Τουρκία, ενθάρρυνση και χρήση βίας εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, αποβατική στρατιά απέναντι από τα ελληνικά νησιά και απειλές εναντίον της Ελλάδας δε συμβαδίζουν με το αρχικό πραγματικό και νομικό καθεστώς της Συνθήκης της Λωζάννης και επιτρέπουν στην Ελλάδα να λάβει τα στρατιωτικά μέτρα προστασίας των νησιών της, επικαλούμενη προσωρινή αναστολή των σχετικών υποχρεώσεών της βάσει της ίδιας Συνθήκης. Παράλληλα, δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η επίκληση και του δικαιώματος αυτοάμυνας.

   Η Τουρκία έχει δηλώσει ότι επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων συνιστά αιτία πολέμου. Πώς μπορεί το Δικαστήριο της Χάγης να παρέμβει σε αυτήν την υπόθεση, χωρίς η Αθήνα να ασκήσει μονομερώς το δικαίωμα επέκτασής τους;

   Το Δικαστήριο της Χάγης έχει αρμοδιότητα να εξετάζει και απειλές που είναι ασυμβίβαστες με το διεθνές δίκαιο, χωρίς να είναι ανάγκη να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις υλοποίησης των απειλών αυτών. Συνεπώς, η απειλή της Τουρκίας που αναφέρεται στην ερώτηση σας μπορεί να γίνει αντικείμενο καταδίκης από το Δικαστήριο και πριν ακόμη η Αθήνα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, ενέργεια που κατά την Τουρκία θα οδηγήσει σε πόλεμο.

   Ποια είναι η αξία της προσφυγής στη Χάγη, όταν ο διάδικος, η Τουρκία, αρνείται να εφαρμόσει τις πολιτικά ακόμα ισχυρότερες αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας που επιτάσσουν την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής από την Κύπρο;

   Ουδέποτε υπήρξε νομικά δεσμευτική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας που να επιτάσσει την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής από την Κύπρο. Υπήρξαν αποφάσεις του Συμβουλίου αυτού με βάση το κεφάλαιο 6 του Kαταστατικού Χάρτη του Ο.Η.Ε. που δεν επιβάλλει νομική δέσμευση. Μάλιστα, οι αποφάσεις αυτές μιλούν αόριστα για αποχώρηση ξένων στρατευμάτων με τη μορφή της συστάσεως. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Χάγης προέρχονται από καθαρά δικαστικό όργανο και είναι νομικά δεσμευτικές.

   Έχει και ποια μέσα η διεθνής δικαιοσύνη για να επιβάλει τις αποφάσεις της; Παραδείγματος χάριν, το τείχος του Ισραήλ κηρύχθηκε παράνομο, αλλά αυτό δεν είχε καμία πρακτική επίπτωση.

   Η περίπτωση του τείχους του Ισραήλ δεν αφορούσε απόφαση, αλλά γνωμάτευση του Δικαστηρίου, κατόπιν προσφυγής της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. Δεν εγειρόταν συνεπώς θέμα εκτέλεσης δικαστικής αποφάσεως. Η γνωμάτευση αυτή λόγω του συμβουλευτικού της χαρακτήρα δεν είχε νομικά δεσμευτική ισχύ, ενώ οι αποφάσεις δεσμεύουν νομικά τα κράτη που είναι διάδικοι να συμμορφωθούν προς τους όρους των. Αυτή η υποχρέωση προβλέπεται ρητά τόσο από το Καταστατικό του Δικαστηρίου, όσο και από τον Καταστατικού Χάρτη του Ο.Η.Ε. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης οποιουδήποτε από τους διαδίκους σε απόφαση του Δικαστηρίου, τότε ο άλλος μπορεί να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίον μπορεί να λάβει μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης. Μπορεί να διερωτηθεί ένας κατά πόσον το Συμβούλιο Ασφαλείας ως καθαρά πολιτικό όργανο μπορεί να ενεργήσει σε σχέση με μία απόφαση του Δικαστηρίου με βάση πολιτικές σκοπιμότητες. Σχετικό επί του προκειμένου είναι και το δικαίωμα αρνησικυρίας των μονίμων μελών του Συμβουλίου. Για παράδειγμα, η απόφαση εναντίον των Η.Π.Α. στη υπόθεση της Νικαράγουα δεν εκτελέστηκε, λόγω άσκησης βέτο από την κυβέρνηση των Η.Π.Α. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε με βάση τη γενική δήλωση των Η.Π.Α. για αποδοχή της αναγκαστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εδώ όμως έγκειται μία ουσιαστική διαφορά μεταξύ αποφάσεων που λαμβάνονται με βάση την αναγκαστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και αποφάσεων που λαμβάνονται βάσει μίας ειδικής συμφωνίας ή «συνυποσχετικού», στο οποίο καταλήγουν οι χώρες που συμφωνούν να φέρουν μία υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου. Στην περίπτωση που εξετάζουμε, εφόσον η προσφυγή στο Δικαστήριο θα είναι αποτέλεσμα μίας τέτοιας συμφωνίας, είναι λογικό και γενικά παραδεκτό ότι θα υπάρξει συμμόρφωση προς την απόφαση του δικαστηρίου ως η αρχική επιθυμία των χωρών αυτών. Αλλά και στην απίθανη περίπτωση μη συμμόρφωσης, είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί ένας άρνηση του Συμβουλίου Ασφαλείας να λάβει μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης, εφόσον την επεδίωξαν ελεύθερα οι προσφεύγουσες χώρες. Πέραν τούτου, η απόφαση δεν αφορά οποιοδήποτε από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

   Γιατί μία διαδικασία τύπου Χάγης είναι προτιμότερη από μία πολιτική διαπραγμάτευση; Δεν είναι πιθανότερο μία απόφαση Δικαστηρίου να αφήσει σε μία τουλάχιστον πλευρά αίσθημα πικρίας σε αντίθεση με μία διαπραγμάτευση που οδηγεί σε συμφωνημένη, αποδεκτή και από τις δύο πλευρές λύση;

   Η διαδικασία του Δικαστηρίου της Χάγης είναι κατά τη γνώμη μου προτιμότερη από μία πολιτική διαπραγμάτευση, διότι η πολιτική διαπραγμάτευση επηρεάζεται από παράγοντες άσχετους με το διεθνές δίκαιο. Η προώθηση της γίνεται ανάλογα με την πολιτική δύναμη του κάθε μέρους. Είναι ακαθόριστης διάρκειας, η επιτυχία της είναι αβέβαιη και, εφόσον δεν επισυμβαίνει, ενισχύει τη μεταξύ των επηρεαζόμενων χωρών ένταση. Η απόφαση του δικαστηρίου θα είναι οπωσδήποτε συμβατή με τις αρχές του δικαίου, αντικειμενική και εκδίδεται σε συγκεκριμένη περίοδο. Άλλωστε και η διαδικασία της Χάγης προϋποθέτει, στην περίπτωση που εξετάζουμε, τη συναίνεση των ενδιαφερομένων χωρών σε σχέση με τα θέματα που θα υποβληθούν στο δικαστήριο και καλύπτει εκ των προτέρων και την αποδοχή της αποφάσεως του δικαστηρίου.

   Μία ενδεχόμενη προσφυγή στη Χάγη πού πιθανολογείτε ότι θα κατέληγε σε σχέση με τη διανομή της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, την κατάσταση ασφάλειας του αρχιπελάγους και τις εδαφικές διεκδικήσεις της Τουρκίας (γκρίζες ζώνες);

   Δε θεωρώ σωστό να διαδραματίσω το ρόλο του Δικαστηρίου. Υπάρχουν οι αρχές του διεθνούς δικαίου υπάρχουν και τα σχετικά γεγονότα, τα οποία οπωσδήποτε θα εξετασθούν ενδελεχώς σε μία δικαστική διαδικασία της οποίας η απόφαση είναι προτιμότερη από τη δική μου γνώμη. Εκείνο όμως που θα ήθελα να τονίσω σχετικά με την ερώτηση αυτή είναι ότι είναι καθήκον των κυβερνήσεων και των δύο χωρών να εξηγήσουν στους πολίτες τους ότι μπορούν να υπάρξουν τελικά βάσει των σχετικών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου και ορισμένες παρεκκλίσεις από τις διεκδικήσεις τους και τούτο διότι πιστεύω ότι είναι πιθανό εκείνο που εμπόδιζε τις δύο χώρες να προσφύγουν στο δικαστήριο μέχρι τώρα να είναι κάποιος φόβος μήπως το Δικαστήριο δώσει κάτι λιγότερο από εκείνα τα οποία διακήρυσσαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις.

   Το Σχέδιο Ανάν ερχόταν σε σύγκρουση με ορισμένες βασικές πρόνοιες του διεθνούς δικαίου (π.χ. καθιστούσε την πλειοψηφία του πληθυσμού μειοψηφία των ψήφων στα όργανα λήψης τελικών αποφάσεων ή στερούσε το νέο κράτος από το δικαίωμα αυτοάμυνας). Εντούτοις, η σύγκρουση αυτή δεν εμπόδισε το Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε. να το υποβάλει ή τη Νομική Επιτροπή της Ε.Ε. να το θεωρήσει συμβατό με το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, υπάρχει άλλος θεσμός από τα ίδια τα ανεξάρτητα κράτη που να μπορεί ή να θέλει να προστατεύσει τα καλώς εννοούμενα, νόμιμα συμφέροντα τους;

   Τα διεθνή όργανα που προώθησαν το Σχέδιο Ανάν ήταν καθαρά πολιτικά ή υποτακτικά σε πολιτικές σκοπιμότητες. Δεν είχαν ούτε δικαστικό χαρακτήρα, ούτε τα εχέγγυα δικαστικών οργάνων, όπως αυτό της Χάγης.

*  O κος Λουκής Λουκαΐδης είναι ο Κύπριος δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από το 1998. Υπήρξε Γενικός Αντιεισαγγελέας της Κύπρου και μέλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Είναι πρόεδρος του Διεθνούς Συνδέσμου για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Κύπρο.





Αρχή Σελίδας
ΕΑΣ



 

©2010 diplomatia.gr - Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, μεταβίβαση, διανομή ή αποθήκευση μέρους ή του συνόλου
του περιεχομένου σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του νομικού τμήματος του diplomatia.gr


 
web design & web development web marketing