Για μία «νέα στρατηγική σχέση με τις Η.Π.Α.», μίλησε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κος Τάσσος Παπαδόπουλος, από το βήμα πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, στο περιθώριο των εργασιών της 61ης Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε.
Και μόνο το θέμα που επέλεξε προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση δεδομένων των ψυχρών σχέσεων της Λευκωσίας και της Ουάσιγκτον που δε συγχώρησε ποτέ το «όχι» στο Σχέδιο Ανάν. Ο Κύπριος Πρόεδρος δεν έχει περάσει ποτέ την πόρτα του Λευκού Οίκου, ο ίδιος δεν έχει επιδιώξει οποιαδήποτε επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση και οι αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με τρόμο συζητούν το ενδεχόμενο να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 2008. Ωστόσο, μετά τον πόλεμο στο Λίβανο κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει στις αμερικανοκυπριακές σχέσεις. Η αμεσότητα και η αποτελεσματικότητα με την οποία αντέδρασαν οι κυπριακές αρχές στις προσπάθειες επαναπατρισμού των ξένων υπηκόων που έφευγαν από τη ζώνη του πυρός, η άψογη λειτουργία της Κύπρου ως διαμετακομιστικού κέντρου και κέντρου υποδοχής προσφύγων ανάγκασαν την Ουάσιγκτον να κοιτάξει την κυπριακή κυβέρνηση, έστω προσωρινά, χωρίς τις παρωπίδες της εμπάθειας προς το πρόσωπο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α., Κοντολίζα Ράις, βρέθηκε τρεις φορές στη Λάρνακα, προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή της κρίσης, έκανε μάλιστα εντύπωση το γεγονός ότι δε χρησιμοποίησε τις βρετανικές βάσεις ως σταθμό της. Εκεί, στο αεροδρόμιο, είχε τις πρώτες της επαφές με τον Κύπριο ομόλογό της, Γιώργο Λιλλήκα. Σύμφωνα με πληροφορίες, μετέφερε στους συνεργάτες της πολύ θετικές εντυπώσεις από τον νέο επικεφαλής της κυπριακής διπλωματίας. Ίσως γιατί, κατά τις ίδιες πληροφορίες, σ’ αυτές τις πρώτες αναγνωριστικές συζητήσεις, ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να μη φορτίσει την ατμόσφαιρα ανοίγοντας το θέμα του Κυπριακού, αλλά μίλησε μαζί της για το πρόβλημα της Μέσης Ανατολής και τις προσπάθειες που κατέβαλλε η κυπριακή δημοκρατία για τη διαχείριση του ανθρωπιστικού ζητήματος που ανέκυψε από την κρίση. Μία διαχείριση πραγματικά εντυπωσιακή. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι κάθε παιδάκι που έφτανε στην Κύπρο από την κόλαση του Λιβάνου έβρισκε ένα παγωτό. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι δεν υπήρξαν από καμμία ευρωπαϊκή χώρα παράπονα για την περίθαλψη και την εξυπηρέτηση των υπηκόων της, παρά μόνον ευχαριστίες. Ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που ο Αμερικανός Πρόεδρος, Τζορτζ Μπους, απέστειλε ευχαριστήριο τηλεγράφημα προς τον κο Τάσσο Παπαδόπουλο, προσφωνώντας τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι με άλλο θολό τρόπο, όπως συχνά συνηθίζουν αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης. Στη Νέα Υόρκη, ο Κύπριος ΥΠ.ΕΞ. είχε συνάντηση με τον υφυπουργό ευρωπαϊκών υποθέσεων των Η.Π.Α., Ντανιέλ Φριντ. Πληροφορίες αναφέρουν ότι πολύ σύντομα θα λάβει πρόσκληση για επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, η οποία θα έχει εξαιρετική σημασία για την επόμενη ημέρα των αμερικανοκυπριακών σχέσεων. Ο προκάτοχός του, Γιώργος Ιακώβου, είχε επίσης επισκεφθεί την αμερικανική πρωτεύουσα. Έλαβε την πρόσκληση, όταν η Κύπρος προσχώρησε στη Συμφωνία για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, παρά τις ενστάσεις που είχαν τότε διατυπώσει αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ήταν μία κίνηση τακτικής, προκειμένου να ανοίξει ένας δίαυλος επικοινωνίας με τις Η.Π.Α., ο οποίος όμως στη συνέχεια έμεινε παγωμένος. Σήμερα, όμως, όλα δείχνουν ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την εγκατάσταση ενός αξιόπιστου διαύλου επικοινωνίας Λευκωσίας-Ουάσιγκτον.
Η τελευταία κίνηση που προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της αμερικανικής διπλωματίας ήταν η υπογραφή συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας της Κύπρου με τη Γαλλία. Αυτή είναι μία συμμαχία, την οποία το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δε θέλει ούτε να πιστέψει ότι υπάρχει. Αλλά όπως συνήθως συμβαίνει με τις Η.Π.Α., μετά από αυτήν την κίνηση, η Λευκωσία αναγνωρίστηκε από το αμερικανικό κατεστημένο ως ένας πολύ σοβαρός παίκτης στο παγκόσμιο σύστημα και οι σοβαροί παίκτες τυγχάνουν σοβαρής αντιμετώπισης από την αμερικανική πλευρά.
Ο Κύπριος Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος έδειξε ρεαλισμό, μιλώντας για τις σχέσεις Λευκωσίας-Ουάσιγκτον στη Νέα Υόρκη. Ξεκαθάρισε ότι ποτέ δε θα ζητούσε από τις Η.Π.Α. να επιλέξουν ανάμεσα στην Τουρκία και την Κυπριακή Δημοκρατία, αναγνωρίζοντας το ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος της Άγκυρας και τη χρησιμότητά του για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Κάλεσε, όμως, την αμερικανική πλευρά να απέχει από ενέργειες που κατατείνουν στην αναβάθμιση των αρχών του κατοχικού καθεστώτος. Βασικό του επιχείρημα ήταν ότι μία τέτοια στάση αφαιρεί από τους Τουρκοκύπριους το κίνητρο για την επανένωση του νησιού, την οποία οι Η.Π.Α. υποστηρίζουν σθεναρά, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις τους. Είναι προφανές ότι, ως προς την αντιμετώπιση του ενταξιακού ζητήματος της Τουρκίας, η Λευκωσία και η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να συμφωνήσουν ποτέ. Για την κυπριακή δημοκρατία είναι θέμα εθνικής αξιοπρέπειας να ανοίξουν τα τουρκικά λιμάνια και αεροδρόμια για τα κυπριακά πλοία και σκάφη. Για τις Η.Π.Α. είναι μία ενοχλητική εκκρεμότητα που επιβαρύνει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η οποία -κατά την αμερικανική λογική- θα έπρεπε να είναι απρόσκοπτη. Η αμερικανική διπλωματία έχει κάθε λόγο να φοβάται την τελευταία λέξη της κυπριακής κυβέρνησης, όταν εκπνεύσει η προθεσμία που έχει τεθεί στην Άγκυρα για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου. Για το λόγο αυτό κάνει παρασκηνιακά ό,τι μπορεί, πιέζοντας τις επιρρεπείς στις αμερικανικές πιέσεις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, προκειμένου να μη διαμορφωθούν συνθήκες που θα οδηγήσουν σε αναστολή της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να «συμπαθήσει» τον κο Τάσσο Παπαδόπουλο, φαίνεται όμως πεισμένη πλέον ότι δεν μπορεί να τον πλήξει πολιτικά ούτε, ασφαλώς, να τον αγνοήσει.
Και μόνο το θέμα που επέλεξε προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση δεδομένων των ψυχρών σχέσεων της Λευκωσίας και της Ουάσιγκτον που δε συγχώρησε ποτέ το «όχι» στο Σχέδιο Ανάν. Ο Κύπριος Πρόεδρος δεν έχει περάσει ποτέ την πόρτα του Λευκού Οίκου, ο ίδιος δεν έχει επιδιώξει οποιαδήποτε επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση και οι αξιωματούχοι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με τρόμο συζητούν το ενδεχόμενο να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του 2008. Ωστόσο, μετά τον πόλεμο στο Λίβανο κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει στις αμερικανοκυπριακές σχέσεις. Η αμεσότητα και η αποτελεσματικότητα με την οποία αντέδρασαν οι κυπριακές αρχές στις προσπάθειες επαναπατρισμού των ξένων υπηκόων που έφευγαν από τη ζώνη του πυρός, η άψογη λειτουργία της Κύπρου ως διαμετακομιστικού κέντρου και κέντρου υποδοχής προσφύγων ανάγκασαν την Ουάσιγκτον να κοιτάξει την κυπριακή κυβέρνηση, έστω προσωρινά, χωρίς τις παρωπίδες της εμπάθειας προς το πρόσωπο του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α., Κοντολίζα Ράις, βρέθηκε τρεις φορές στη Λάρνακα, προκειμένου να μεταβεί στην περιοχή της κρίσης, έκανε μάλιστα εντύπωση το γεγονός ότι δε χρησιμοποίησε τις βρετανικές βάσεις ως σταθμό της. Εκεί, στο αεροδρόμιο, είχε τις πρώτες της επαφές με τον Κύπριο ομόλογό της, Γιώργο Λιλλήκα. Σύμφωνα με πληροφορίες, μετέφερε στους συνεργάτες της πολύ θετικές εντυπώσεις από τον νέο επικεφαλής της κυπριακής διπλωματίας. Ίσως γιατί, κατά τις ίδιες πληροφορίες, σ’ αυτές τις πρώτες αναγνωριστικές συζητήσεις, ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να μη φορτίσει την ατμόσφαιρα ανοίγοντας το θέμα του Κυπριακού, αλλά μίλησε μαζί της για το πρόβλημα της Μέσης Ανατολής και τις προσπάθειες που κατέβαλλε η κυπριακή δημοκρατία για τη διαχείριση του ανθρωπιστικού ζητήματος που ανέκυψε από την κρίση. Μία διαχείριση πραγματικά εντυπωσιακή. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι κάθε παιδάκι που έφτανε στην Κύπρο από την κόλαση του Λιβάνου έβρισκε ένα παγωτό. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι δεν υπήρξαν από καμμία ευρωπαϊκή χώρα παράπονα για την περίθαλψη και την εξυπηρέτηση των υπηκόων της, παρά μόνον ευχαριστίες. Ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που ο Αμερικανός Πρόεδρος, Τζορτζ Μπους, απέστειλε ευχαριστήριο τηλεγράφημα προς τον κο Τάσσο Παπαδόπουλο, προσφωνώντας τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και όχι με άλλο θολό τρόπο, όπως συχνά συνηθίζουν αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης. Στη Νέα Υόρκη, ο Κύπριος ΥΠ.ΕΞ. είχε συνάντηση με τον υφυπουργό ευρωπαϊκών υποθέσεων των Η.Π.Α., Ντανιέλ Φριντ. Πληροφορίες αναφέρουν ότι πολύ σύντομα θα λάβει πρόσκληση για επίσκεψη στην Ουάσιγκτον, η οποία θα έχει εξαιρετική σημασία για την επόμενη ημέρα των αμερικανοκυπριακών σχέσεων. Ο προκάτοχός του, Γιώργος Ιακώβου, είχε επίσης επισκεφθεί την αμερικανική πρωτεύουσα. Έλαβε την πρόσκληση, όταν η Κύπρος προσχώρησε στη Συμφωνία για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων, παρά τις ενστάσεις που είχαν τότε διατυπώσει αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ήταν μία κίνηση τακτικής, προκειμένου να ανοίξει ένας δίαυλος επικοινωνίας με τις Η.Π.Α., ο οποίος όμως στη συνέχεια έμεινε παγωμένος. Σήμερα, όμως, όλα δείχνουν ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την εγκατάσταση ενός αξιόπιστου διαύλου επικοινωνίας Λευκωσίας-Ουάσιγκτον.
Η τελευταία κίνηση που προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της αμερικανικής διπλωματίας ήταν η υπογραφή συμφωνίας στρατιωτικής συνεργασίας της Κύπρου με τη Γαλλία. Αυτή είναι μία συμμαχία, την οποία το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δε θέλει ούτε να πιστέψει ότι υπάρχει. Αλλά όπως συνήθως συμβαίνει με τις Η.Π.Α., μετά από αυτήν την κίνηση, η Λευκωσία αναγνωρίστηκε από το αμερικανικό κατεστημένο ως ένας πολύ σοβαρός παίκτης στο παγκόσμιο σύστημα και οι σοβαροί παίκτες τυγχάνουν σοβαρής αντιμετώπισης από την αμερικανική πλευρά.
Ο Κύπριος Πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος έδειξε ρεαλισμό, μιλώντας για τις σχέσεις Λευκωσίας-Ουάσιγκτον στη Νέα Υόρκη. Ξεκαθάρισε ότι ποτέ δε θα ζητούσε από τις Η.Π.Α. να επιλέξουν ανάμεσα στην Τουρκία και την Κυπριακή Δημοκρατία, αναγνωρίζοντας το ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος της Άγκυρας και τη χρησιμότητά του για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Κάλεσε, όμως, την αμερικανική πλευρά να απέχει από ενέργειες που κατατείνουν στην αναβάθμιση των αρχών του κατοχικού καθεστώτος. Βασικό του επιχείρημα ήταν ότι μία τέτοια στάση αφαιρεί από τους Τουρκοκύπριους το κίνητρο για την επανένωση του νησιού, την οποία οι Η.Π.Α. υποστηρίζουν σθεναρά, σύμφωνα με τις επίσημες διακηρύξεις τους. Είναι προφανές ότι, ως προς την αντιμετώπιση του ενταξιακού ζητήματος της Τουρκίας, η Λευκωσία και η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να συμφωνήσουν ποτέ. Για την κυπριακή δημοκρατία είναι θέμα εθνικής αξιοπρέπειας να ανοίξουν τα τουρκικά λιμάνια και αεροδρόμια για τα κυπριακά πλοία και σκάφη. Για τις Η.Π.Α. είναι μία ενοχλητική εκκρεμότητα που επιβαρύνει την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, η οποία -κατά την αμερικανική λογική- θα έπρεπε να είναι απρόσκοπτη. Η αμερικανική διπλωματία έχει κάθε λόγο να φοβάται την τελευταία λέξη της κυπριακής κυβέρνησης, όταν εκπνεύσει η προθεσμία που έχει τεθεί στην Άγκυρα για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου. Για το λόγο αυτό κάνει παρασκηνιακά ό,τι μπορεί, πιέζοντας τις επιρρεπείς στις αμερικανικές πιέσεις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, προκειμένου να μη διαμορφωθούν συνθήκες που θα οδηγήσουν σε αναστολή της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας. Η αμερικανική κυβέρνηση δεν πρόκειται ποτέ να «συμπαθήσει» τον κο Τάσσο Παπαδόπουλο, φαίνεται όμως πεισμένη πλέον ότι δεν μπορεί να τον πλήξει πολιτικά ούτε, ασφαλώς, να τον αγνοήσει.






